Αχ, εκείνη η μεγάλη Παρασκευή. Τίποτε δεν έδειχνε πως θα ήταν κάτι το ξεχωριστό. Όπως πάντα, από νωρίς το μεσημέρι, πολύς κόσμος - κυρίως επισκέπτες, ξεκινούσαν το καθιερωμένο μποτιλιάρισμα στους δρόμους της πόλης προκειμένου να δουν όσο γίνεται περισσότερους επιτάφιους. Παρκαρίσματα σε πεζοδρόμια, διαβάσεις, ράμπες για αμεα, δηλ. ότι κάνει ένας καλός και ευσεβής πιστός. Το αποκορύφωμα φυσικά, ο τελευταίος επιτάφιος, ο μετά τις 10 το βράδυ
Ομολογώ πως δεν είχα και ιδιαίτερη διάθεση να κατέβω, για τους δικούς μου λόγους και το ίδιο σκεφτόταν αν θυμάμαι καλά και η σύζυγός μου. Όλη αυτή η επιτηδευμένη φασαρία είχε αρχίσει να με ενοχλεί. Το μόνο ίσως που μου άρεσε, ίσως πάντα γιατί μου θύμιζε παιδικά χρόνια, ήταν μια μυρωδιά στην ατμόσφαιρα. Μυρωδιά που μόνο εκείνες οι μέρες φέρνουν. Να ναι από τα λουλούδια που νιώθουν την άνοιξη, να είναι από τις εκκλησίες που κάνουν "υπερωρίες", να ναι ιδέα μου? Δεν ξέρω, πάντως είναι μια μοναδική μυρωδιά που με κάνει να αισθάνομαι νοσταλγία αλλά και να έχω πολύ καλή διάθεση.
Κάτι όμως, κάτι πολύ γνώριμο, ερχόταν να "χαλάσει" αυτή την ατμόσφαιρα. Πριν από μερικές εβδομάδες κιόλας μια από τις γάτες μας που κυκλοφορούσαν στον κήπο και η μοναδική μη στειρωμένη, μας είχε προσφέρει πέντε διαβολάκια, που ήδη είχαν ξεφύγει από το υπόγειο και είχαν βρει καταφύγιο σε πιο άνετο χώρο, όπου μας χάριζαν άφθονο γέλιο με τις κουταμάρες τους, πρόσχαροι συνεχιστές της γατικής παράδοσης.
Αλλά.. μια στιγμή! Αυτά τα αδύναμα νιαουρίσματα δεν ήταν δικά τους. Προέρχονταν από κάπου αλλού. Μετά από αρκετή ώρα, αποφασίσαμε να εντοπίσουμε το μικρό. Ψάξαμε στον κήπο, τίποτε. Τα νιαουρίσματα σταματούσαν περιοδικά. Η πρώτη σκέψη που κάναμε ήταν πως κάποιος, ξέροντας πως στο σπίτι υπάρχουν γάτες, μας πέταξε κάποιο με το σκεπτικό πως θα το φροντίσουμε. Πολύ ευφυές και πολύ ανήθικο.
Συνεχίζοντας, τάχα μου να κοιτάω τον κόσμο που πήγαινε στους εδώ και εκεί επιτάφιους, διαπίστωσα κάποια στιγμή πως ένα μικρό κουτάκι, λίγο μεγαλύτερο από κουτί παπουτσιών, ήταν αφημένο στον διπλανό κήπο. Και από εκεί, έβγαινε αυτή η ξεψυχισμένη φωνούλα.
Περίμενα υπομονετικά μέχρι να σουρουπώσει και όταν ο δρόμος κάπως άδειασε απο κόσμο, πέρασα στο διπλανό κήπο, που την εποχή εκείνη - να το σημειώσω - δεν έμενε κανείς Αυτός που είχε αφήσει το κουτί, είχε κάνει απλά λάθος.
Άρπαξα το κουτί, δεν κοίταξα καθόλου μέσα και το έφερα στο σπίτι. Να με πάρει η οργή! Ήταν τέσσερα γατουλίνια μέσα σε μια πετσετούλα -με σχέδια παρακαλώ - και μόνο το ένα φώναζε, ενα ασχημούλι μίζερο μαύρο. Ενα αλλο ακόμη μαύρο και δυο ασπρόμαυρα. Στα ματια, τα τρια ειχαν κάτι σαν "κόλλα", μια μόλυνση που συναντάται στα γατάκια και το τέταρτο τα είχε ανοιχτά, αλλά μια και ήταν ακομη μπλε, έβλεπε σκιές γιατι κουνούσε το κεφαλάκι αριστερά δεξιά με περιέργεια. Ήταν και ο μόνος που δεν νιαούρισε ΄΄οταν τον σήκωσα. Μωρε, τι κεφάλα ήταν αυτή! Λες και αυτές τις λίγες μέρες (6 - 7 ?) που το τάισε η μαμα-γατα, ήταν αυτός που έτρωγε και το περισσότερο. Και αυτή η μαύρη κηλιδούλα στη μύτη, σαν ελίτσα!
Αυθόρμητα, μου ξέφυγε η φράση "μωρε τι μπούμπος είναι αυτός!"
Τις επόμενες μέρες τα άλλα γατιά, άρχισαν και φεύγαν ενα ενα. Μου το είπε άλλωστε και ο καλός μας κτηνίατρος πως είναι πολύ δύσκολο σε αυτή την ηλικία να τα σώσεις. Τελευταίος, έμεινε ο μπούμπος. Το είχα βάλει όμως πείσμα πια, αλλά κι αυτός ο διαβολάκος ήταν πολύ δύσκολος στο φαγητό. Κάποιο μεσημέρι, αποφασίσαμε με τη γυναίκα μου να τον βγάλουμε έξω στον κήπο μια και δεν είχε νόημα πια καμμιά προσπάθεια. Ξαφνικά, το ασπρόμαυρο αυτό τερατάκι άρχισε να ξαπλώνει και να κάνει κάποια κολπάκια που αργήσαμε να καταλάβουμε πως ήταν ...τουμπίτσες. Τον αφήσαμε λοιπόν όλο το μεσημέρι εκεί, θεωρώντας πως έχει λίγες ωρες ακόμη και είπαμε να χαρεί τουλάχιστον τον ήλιο.
Μα.. αυτή η αρχέγονη πηγή ενεργειας μας έφερε αντιμέτωπους το ίδιο απόγευμα με ένα γατί που του είχε ανοίξει η όρεξη και που σε λίγες μέρες άρχισε να συναναστρέφεται τα άλλα, τα "δικά" μας. Όχι πάντα με επιτυχία θάλεγα, μια και ήταν μικρούλης και τα άλλα, οι παλιοσειρές πλέον, το "ξυλοφορτώνανε", για να του υπενθυμίσουν ποια είναι η θέση του.
Είχε όμως απίστευτη πλάκα, βλέποντας τα άλλα να τρέχουν για φαγητό και απο πισω να τρέχει σαν βαρυφορτωμένη βαρκούλα, ο Μπούμπος με τα εμβόλιά του - φυσικά (με κεφαλαίο Μ πλέον, μια και έγινε αυτό το όνομά του - υπήρξε και η πρόταση "Παρασκευάς", ως διασωθείς γάτος και μάλιστα Παρασκευή, αλλά δεν ευδοκίμησε) Γράφω πολλά και δεν θέλω. Με παρασέρνουν όμως οι σκέψεις.
Ας κάνουμε ενα διάλλειμμα και ας ακούσουμε την πασιγνωστη άρια "Ebben? Ne andrò lontana" απο την όπερα La Wally του Alfredo Catalani (1854-1893), αυτού του χαρισματικού συνθέτη που η φυματίωση δεν τον άφησε να χαρίσει και άλλο μουσικό πλούτο πέρα απο λίγα έργα. Πρώτη φορά άκουσα την άρια - όπως και αρκετοί άλλοι φαντάζομαι- μέσα απο την εκπληκτική Diva (1981) του Jean-Jacques Beineix, μια ταινία που είδα και ξαναείδα τα επόμενα χρόνια. Η φωνή της Wilhelmenia Fernandez καθηλώνει.
Ebben? Ne andrò lontana, Come va l'eco della pia campana, Là, fra la neve bianca; Là, fra le nubi d'ôr; Laddóve la speranza, la speranza È rimpianto, è rimpianto, è dolor!
O della madre mia casa gioconda, La Wally ne andrà da te, da te Lontana assai, e forse a te, E forse a te, non farà mai più ritorno, Nè più la rivedrai! Mai più, mai più!
Ne andrò sola e lontana, Come l'eco è della pia campana, Là, fra la neve bianca; Ne andrò, ne andrò sola e lontana! E fra le nubi d'ôr!
Τι να πρωτοθυμηθώ καλοί μου φίλοι;
Κάποια στιγμή, μετα απο κανα χρόνο, ήταν στα πόδια μου και τον πείραζα, όταν είπα στη γυναίκα μου που ασχολούνταν με τα άλλα, "έλα κανε του κάποιο χάδι, κοίτα πως σε κοιτάει", εκείνη είπε για πλάκα "δεν σε θέλω, ψυχοπαίδι!", τοτε, λες και κατάλαβε τι είπε ...πήγε και άρχισε τις τούμπες στα πόδια της με εκείνο το χαρακτηριστικο "πφφφρρρρρτττ", τον ήχο της αφοσίωσης και της ένδειξης χαράς!!!!
Ή μετά απο δυο μήνες που τον παρατηρήσαμε να είναι μαζεμένος και να μην περπατάει. Τον είχε χτυπήσει μάλλον μηχανάκι, μια και έβγαινε απο τον κήπο και πέρναγε άνετος το δρόμο απέναντι. Αντε δυο - δυομιση μήνες με ..λάμα στο πόδι. Και μετά..
Και κάποιο πρωινό, εξαφανισμένος. Και το επόμενο, και το μεθεπόμενο. Τον αναζητήσαμε. Πουθενά. Το τέταρτο βράδι, πήγα να κλειδώσω την εξώπορτα και μια γνωστή ασπρόμαυρη φιγούρα έκοβε βόλτες στον κήπο.
"Μπούμπο?" "Πφφφφρρρρρρτττ" Κωλόπαιδο. Η γυναίκα μου δάκρυσε μόλις τον είδε. Μα τι διάολο είχαμε πάθει πια. Ειχαμε γάτο στο σπιτι, δεν θέλαμε άλλον, αλλά η χαρά μας, χαρά μας. Κάποιες ώρες όμως, κρυφά, τον αφήναμε να χαρεί τη ζέστη που ήθελε και δεν μιλάω για τη ζέστη του καλοριφέρ ή της σόμπας. Μάλιστα, είχε βρει και εναν κώδικα:
Ανέβαινε απο το κλαδί ενός δέντρου σε ενα μπαλκόνι και απο κει έβγαινε στις σκάλες. Στην εξώπορτα ήταν πάντα ενα πορτ κλε και αυτός ο πανέξυπνος γατούλας, σηκωνόνταν στα δυο πόδια και το χτυπούσε στην πόρτα.
Ο Μπένυ έφυγε απο κοντά μας πριν απο 2 χρόνια και αυτό το διαμαντάκι σε μαυρόασπρη συσκευασία, ανέλαβε τα γατικά ηνια. Πάντα έτσι, με τις εξόδους του, με κανονικό ωράριο και πάντα να χτυπάει την πόρτα.
Πόσες δεν ήταν οι φορές που με αυτά τα χτυπήματα μας έφτιαχνε η διάθεση? Όταν ανοίγαμε, πάντα "πφφφρρρρρτ" και το απαραίτητο χάδι κάτω απο το οποίο ξαναέκανε "πφρρρρττ" και τούμπες, κλείνοντας σχεδόν λάγνα τα μάτια του -που σημειωτέον είχαν μείνει με ελάχιστα βλέφαρα - (είχε κολλήσει κι αυτός μικρός εκείνη την ασθένεια των ματιών).
Έβγαινε και αγχωνόμασταν μια και ενα προς ένα, τα άλλα αγόρια της παρέας, εκείνης της τρομερής και φοβερής πεντάδας, είχαν εγκαταλείψει τον κόσμο αυτό, άλλη στεναχώρια εκείνη...
Και κάθε πρωί, που είναι, γύρισε, γιατι δεν ήρθε, αλλά το μεσημέρι που γυρνούσαμε απο το σχολείο, "ο Μπούμπος είναι κλεισμένος στην αποθήκη, ήρθε μόλις φυγατε", η πεθερά μου. Ναι, έμπαινε μόνος του - συνήθως- και περίμενε. Και μετά, μπρος, πρώτος να μπει στο ασανσερ, να κάνει την τουμπίτσα του ήλιου και πφρρρρττ.
Κι όποιος ερχόνταν στο σπίτι, ο αδελφός μου, ο πατέρας μου, η μάνα μου, σε όλους έπρεπε να πάει στην αγκαλιά σαν γνήσιος γάτος-οικοδεσπότης. Και κάθε βράδι "τακ-κλακ-τακ" τα χτυπήματα στην πόρτα άλλοτε πολύ σιγά και αλλοτε με ένταση, είτε γιατι πεινούσε είτε γιατι τις είχε αρπάξει και είχε τσαντιστεί. Υπάκουος, αν τον φωνάζαμε "Μπουμπούλη, κ - κ - κ - κ", μετα απο λίγο έτρεχε προς το σπίτι λες και τον είχαμε πιασει επ αυτοφώρω στην ξένοιαστη περιπλάνησή του. Kαι πάλι στον κτηνίατρο για μια φοβερή γρατσουνιά και πάλι λεβέντης αν και -μέτριος- εραστής.
Πέρυσι το Νοέμβρη με τις τρομερες καταιγίδες ήταν έξω. Πέρασαν τρεις μερες, είχε πλημμυρίσει ο τοπος και ετουτος πουθενά. Σκάσιμο, ψάξιμο ξανα και ξανα. Τον ξεγράψαμε.
Αλλά, όπως και τις άλλες φορές, μετα απο το τριήμερό του, καμαρωτός στον κήπο και ξανά "τακ-κλακ-τακ" Τον τελευταίο χρόνο, μάλλον βαριόταν. Έβγαινε για λίγες ώρες, έκανε την περιπολία του και γυριζε γρήγορα. Δίπλα μου στο γραφείο και ώρες ύπνου. Τα χριστούγεννα που μας πέρασαν παρακοιμόταν. Μετά την πρωτοχρονιά άρχισαμε να προβληματίζομαστε για κάποιες συνήθειες περίεργες που μαζί με τον υπερβολικο υπνο δεν μας άρεσαν, συν το οτι ήταν σχετικά αδύνατος.
Οι δείκτες ήταν κατηγορηματικοί. Ο αιματοκριτης μισός του φυσιολογικού και η λοιμώδης αναιμία σε προχωρημένο στάδιο. Καταδικασμένος μέρα με τη μερα. Η φυγή με αξιοπρέπεια. Η φυγή με χάδι. Η φυγή στην αγκαλιά μας. Η φυγή με αγάπη, αυτή την ίδια που πήρε αυτά τα -σχεδόν- 5 χρόνια απλόχερα και μας την επέστρεψε στο πολλαπλάσιο. Ενας μήνας τώρα, αργό μαρτύριο. Για όλους μας. Γι αυτόν χωρις επιστροφή. Η φυγή χωρίς να φύγει απο δίπλα μας. Μας ήθελε εκεί κοντά του, να μας βλέπει. Εμάς πρωτοείδε, άλλωστε...
Και μεις?
Well? I will go far away,
As far as the echo of the church bell, There, through the white snow, There, through the golden clouds, There, where hope is regret and pain.
Oh, Wally is going far away, Far from her mother's happy house. Maybe she won't come back to you You'll never see her again. Never again, never again.
I will go alone and far As far as the echo of the church bell, There, through the white snow; I will go, I will go alone and far Through the golden clouds
Εμείς, βγάλαμε το πορτ κλε απο την πόρτα, αλλά ποιος λέει πως δεν θα συνεχίσουμε να ακούμε τα χτυπήματα πίσω απο τα χρυσά σύννεφα;
Γέννημα - θρέμμα της Λουιζιάνα, ο DeweyBalfa (1927-1992), είναι μια από τις σπουδαιότερες μορφές της μουσικής των γαλλόφωνων αποίκων αυτής της περιοχής, των Cajuns. Μεγάλη και ενδιαφέρουσα ιστορία αυτή η κοινωνία των ανθρώπων στις ΗΠΑ, σχετίζεται άμεσα με τους Acadiens του Καναδά, που συναντήσαμε εδώ και πολλούς μήνες μέσα από τη μουσική του Daniel Lanois.
Και, με τη σειρά τους οι Acadiens σχετίζονται με την ...Αρκαδία.
Το όνομα Acadiens οφείλεται στον εξερευνητή Giovanni de Verrazzanο (1485-1528), ο οποίος σε χάρτη του 16ου αιώνα χαρακτήρισε όλη την περιοχή των ακτών του ατλαντικού πάνω από την Βιρτζίνια, ως "Αρκαδία" - που ταυτίζεται με κάτι το παραδεισένιο, το ειδυλλιακό- λόγω του τοπίου με τα πανέμορφα δέντρα. Δεν θα γράψω τουριστικό οδηγό βέβαια εδω πέρα, ούτε έχω πάει και κατα τα φαινόμενα ούτε πρόκειται, απλά να σημειώσω πως μετα απο δυο περίπου αιώνες, το "ρ" πάει περίπατο και η περιοχή των ατλαντικών ακτών του Καναδά, λέγεται πια Ακαδία. (Και έτσι, για να διεγείρω το ενδιαφέρον, Quebec σημαίνει "εκεί που στενεύει το ποτάμι")
Αυτοί λοιπόν οι Cajuns είναι απόγονοι εξόριστων Acadiens και η "πλάκα" είναι πως αναγνωρίστηκαν ως ξεχωριστό "εθνικό γκρουπ" επίσημα απο το αμερικανικό κράτος, το 1980 δηλαδή σχετικά αργά.
Ξαναγυρνάμε στον Balfa ή καλύτερα στα αδέλφια Balfa για να ακούσουμε το εξαιρετικό "Parlez nous a Boire" που υπάρχει σε κάθε αξιοπρεπή συλλογή με μουσική της περιοχής. Το δικο μου αντίγραφο το έχω απο το άλμπουμ "The Balfa Brothers Play Traditional Cajun Music, Vols. 1-2"
Parlez Nous A Boire Oh, parlez-nous à boire Non pas de marriage Toujours en regrettant Nos jolis temps passés Si que tu te maries Avec une jolie fille T’es dans le grand danger ça va te la voler Oh, parlez-nous à boire Non pas de marriage Toujours en regrettant Nos jolis temps passés Si que tu te maries Avec une villaine fille T’es dans le grand danger faudra tu vies ta vie avec Oh, parlez-nous à boire Non pas de marriage Toujours en regrettant Nos jolis temps passés Si que tu te maries Avec une fille bien pauvre T’es dans le grand danger faudra tu travailler toute ta vie Oh, parlez-nous à boire Non pas de marriage Toujours en regrettant Nos jolis temps passés Si que tu te maries Avec une fille qui a de quoi T’es dans le grand danger tu vas attraper les grands reproches Fameux toi grand bon à rien Toi t’as tout gaspillé mon bien Oh, parlez-nous à boire Non pas de marriage Toujours en regrettant Nos jolis temps passés
Eνα τραγούδι γλεντιού και χαράς, με σαφείς υπαινιγμούς για τις απολαύσεις της ζωής πριν απο το γάμο "Μιλα μας για πιοτό κι όχι για παντρειά, πάντα στενοχωριέσαι για τον παλιό καλό καιρό"
Το φθινόπωρο του '85 πήγαμε με 2-3 φίλους απο το στρατό να δούμε την ταινία του Walter Hill "Ανθρωποκυνηγοί" (Southern Comfort - 1981). Είχα διαβάσει γι αυτήν σε κάποιο κινηματογραφικό αφιέρωμα του Ηχου μερικούς μήνες πριν και χωρίς κόπο "έψησα" τα φιλαράκια μου να πάμε να τη δούμε. Εξαιρετική ταινία, απο τις καλύτερες της δεκαετίας του '80 και στο κλίμα των ταινιών του Πέκινπα, την συζητούσαμε αρκετούς μήνες μετά.
Μάλιστα, σε μια- δυο ασκήσεις (απ' όπου και η φωτό) ξαναήρθε στο μυαλό μας η ταινία. Στη δεύτερη μάλιστα, που είμασταν άοπλοι (εννοώ χωρίς συμβατικά όπλα - αλλά δεν μπορώ να γράψω τίποτε άλλο), ελάχιστο καιρό πριν απολυθώ, τα χωράφια της Θήβας, τα αρδευτικά κανάλια και τα βουνά του Κιθαιρώνα, λες και τραγουδούσανε αυτό το τραγούδι της ανάρτησης.
Στο τελευταίο, πολύ δυνατό κομμάτι της ταινίας, το Ρarlez-nous à boire (όπου βιολί παίζει ο ίδιος ο Balfa, ενω οι υπόλοιποι μουσικοί είναι απλά η κομπανία του!) επικρατεί με την απλότητά του και ενω - όπως είπαμε - είναι ενα γιορτινό τραγούδι γλεντιού, βάζει και τις τελευταίες πινελιές στον εφιαλτικό πίνακα της.
Έψαχνα πάρα πολλά χρόνια (μα πάρα πολλά!) να βρω το συγκεκριμένο τραγούδι μια και το σάουντρακ της ταινίας - που το υπογράφει ο μεγάλος Ry Cooder- δεν το περιέχει. Νομίζω πως άξιζε τον κόπο μια και (τουλάχιστον) μου ξανάφερε μια τεράστια σειρά απο αναμνήσεις στο μυαλό μου. Όχι πως έχουν φύγει ποτέ απο εκεί, αλλά λίγο νεράκι που και πού δεν κάνει κακό!
Αν κρίνω καλά απο τη φωτογραφία, θα πρέπει να ήμουν τότε 7-8 χρονών. Δυστυχώς δεν γράφει τίποτε πίσω. Κάποιες λεπτομέρειες όμως, την χρονοθετούν εκεί.
Θυμάμαι επίσης πολύ καλά πως ήταν η τελευταία φορά που φωτογραφήθηκα δίπλα σε χριστουγεννιάτικο δέντρο ανεβασμένος σε ..καρέκλα (με τις κάλτσες φυσικά) μια και έπρεπε να φαίνεται και το δέντρο - που για μερικά χρόνια, μέχρι την εφηβεία μου, το στόλιζα εγώ. Ναι, και το τραπέζι και το σερβάν που βρισκόταν εκεί και μετά απο 20 χρόνια. Τα αποχωρίστηκαν οι δικοί μου εδω και πολλά χρόνια, με τη μητέρα μου να εξομολογείται "ασε μωρε, πιάναν πολύ χώρο κι είχαν παλιώσει". Ευτυχώς, υπάρχουν οι φωτογραφίες, δια βιου τροφοδότες των αναμνήσεων...
Όπως και στην περίπτωση της αποψινής "γιορταστικής" (!) ανάρτησης.
Μίλησα πιο πάνω για λεπτομέρειες.. Κάπου λοιπόν εκεί είναι και μια κορνέτα. Πλαστική, βαμμένη με ενα χρυσαφί (αρκετά πειστικό) χρώμα, που συνοδευόταν απο ενα ..προσπέκτους με οδηγίες παιξίματος για παιδιά. Συγκεκριμένα, είχε μερικούς σκοπούς - απο αδιάφορους εως ανόητους- και βάζοντας μια αρίθμηση στα πλήκτρα, σε καθοδηγούσε με 1-2-2-4, 3-4-4-1 και κάτι τέτοια. Περιττό να πω, δεν τα κατάφερα ποτέ μου να παίξω, μια και δεν με ενδιέφεραν εκείνοι οι σκοποί, αλλά κάποιοι άλλοι, εναν απο τους οποίους θα μάθουμε στη συνέχεια.
Ω... μα τι χαρά ήταν εκείνη, όταν 25 μέρες πριν, στα γενέθλιά μου, είχε γίνει πραγματικότητα η επιθυμία μου! Μοναχοπαίδι ακόμη, τότε, και τα χατιρια μου πραγματοποιούνταν μεν, αλλά με επετειακό ρυθμό (δηλαδή στη γιορτή μου, στα γενέθλιά μου και τα χριστούγεννα).
Ίσως γι αυτό, τα δώρα να είχαν πάντα μια ξεχωριστή αξία: ήξερα πως οι γονεις μου στερούνταν για να μου πάρουν κάτι και έτσι ήμουν πάντα χαμηλών τόνων στο τι ζητούσα. Ε, και διάβολε, εκείνη η πανέμορφη κορνέτα, αν και πλαστική κόστιζε αρκετά (απ' ότι θυμάμαι) .
Ο πατέρας μου λίγα χρονια πριν είχε αγοράσει ενα μαγνητόφωνο με μπομπίνες, ενα Philips και είχε φτιάξει μια πολύ ενδιαφέρουσα μουσική συλλογή, αντιγράφοντας δίσκους απο τη δισκοθήκη του ραδιοφωνικού σταθμού, στις ταινίες του μπομπινοφώνου (που ζει ακόμη!). Δημοτικά, κάποιες εκπομπές και ...κλασσική μουσική!
Κλασσική???
Ε, ναι, μια και το ραδιόφωνο τότε ήταν λίγο διαφορετικό απ ότι τώρα αφού δεν υπήρχε ο ανταγωνιστής-τηλεόραση. Με είχε μαγέψει θυμάμαι η ιστορία της Τυραντό (με την χαρακτηριστική αφήγηση της Αθηνάς Σπανούδη - που τη θυμήθηκα!!!), στη "βραδιά όπερας" και ο πατέρας μου συντονίστηκε αμέσως!
Κυρίως όπερα: Βέρντι (Αίντα, Ναμπούκο), Ροσίνι, Μασκάνι και ένα ασύλληπτο κομμάτι, εκεί γύρω στα 6-7 λεπτά... Ένα κομμάτι που έκρυβε μέσα του μύρια πράγματα, χρώματα και συναισθήματα. Σαν να παρουσιάζει αρκετά απ' όσα μπορει να συναντήσει κάποιος στη ζωή του.. Χαρά, θλιψη, αναγνώριση, φθορά.
Περίμενα κάποιο σαββατοκύριακο, αλλά κυρίως τις γιορτές για να ακούσω αυτές τις ταινίες (κάτι σαν ιεροτελεστία το αντιλαμβάνομαι τώρα) και πάντα η εισαγωγή απο το "Ελαφρύ Ιππικό" (Leichte Kavallerie - 1866)του Franz von Suppé (1816-1895), γέμιζε με τη μονοφωνική της ένταση το σαλόνάκι του μικρού διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου.
Γεννημένος στο Σπλιτ ο Σουπέ, αυστριακής καταγωγής, έγραψε πολλές οπερέττες, με πιο γνωστές (σε μένα) το "Ελαφρύ Ιππικό" και το "Ποιητής και χωρικός" (αυτά ήταν γραμμένα στις μαγνητοταινίες), ενω πριν μερικά χρόνια βρήκα και το Requiem του - πολύ καλό!
To "Ελαφρύ Ιππικό", μελοποιημένο λιμπρέττο του Carlo Costa, έπαιξε το δικό του - προπαγανδιστικό - ρόλο την εποχή της δημιουργίας της πανίσχυρης - τότε- αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας. Στα χέρια του ευφυούς Σουπέ, η μουσική -όλου του έργου, αλλά κυρίως της εισαγωγής- δίνει το στίγμα της ουγγαρέζικης μουσικής εικόνας, τσιγγάνικα βιολιά και ταυτόχρονα στρατιωτικές τρομπέτες, που τοποθετούσαν την Ουγγαρία ως ισότιμο εταίρο της Αυστρίας στη συμμαχία τους.
Θυμάμαι, άκουγα και ξανάκουγα το κομμάτι και η φαντασία μου οργίαζε. Ναι, το κομματι ξεκινά σαν μιλιταριστικό κάλεσμα, κάτι σαν ένα αυτοκρατορικό εμβατήριο, συνεχίζει με ένα τσιγγάνικο σκοπό, κι άλλο εμβατήριο, επινίκια, προβληματισμός, που πάμε, θάνατος και ξανά το ίδιο. Μετά απο πολλά χρόνια διαπίστωσα πως δεν είχα πέσει και πολύ έξω..
Τυχαία διασταυρώθηκα με αυτό κάποιο βράδι στο διαδίκτυο και διάλεξα αυτή την εκτέλεση επίτηδες. Χωρίς καμμιά εικόνα, πέρα απο αυτη του Σουπέ, και με μονοφωνικό ήχο.
Ετσι, για να γυρίσω ξανά μέσα στη φωτογραφία και να ξαναγγίξω αυτά τα πλαστικά πλήκτρα.
Και να προσπαθήσω, έστω κι αδέξια -και για ακόμη μια φορά χωρίς επιτυχία- , να παίξω κάποιο κομμάτι, έχοντας την αίσθηση πως σηκώνοντας το χέρι μου θα ακουμπήσω το μεγάλο κόκκινο μπαλόνι απο πάνω μου και μήπως κι αρχίσει η ζωή απ' την αρχή.
Μια απο τις σημαντικότερες - για πολλούς λόγους- ταινίες που είδα στη ζωή μου, ήταν το Sweet Movie (1974) του Dušan Makavejev. Ξέρω πολλούς που την αντιμετώπισαν με ποικίλους τρόπους, με ειρωνία, με καχυποψία, με ..αποστροφή, δηλαδή πολύ αρνητικά. Κάποιοι άλλοι - σαφώς λιγότεροι - αφιέρωσαν λίγο χρόνο παραπάνω για να προβληματιστούν, να σκεφτούν ή έστω απλά να αφεθούν στην παρανοικη, αναρχική, ερωτική, αλλά με τίποτε αδιάφορη αλληλουχία των εικόνων.
Την ταινία την πρωτοείδα σε μια προβολή - απο τις πολλές που γινόταν σε διάφορους χώρους- στα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια, και αν η μνήμη μου δεν με απατά, πρέπει να ήταν στην αίθουσα της φοιτητικής εστίας, τον Φλεβάρη του 1979.
Μάλλον πρέπει να μου άρεσε, μια και μερικούς μήνες αργότερα, επιδίωξα να δω και τα "Μυστήρια του Οργανισμού" (ελαφρώς πιο "κινηματογραφική"). Όμως, το Sweet Movie είχε και κάτι ακόμη, κάτι δραματικά πιο δυνατό: την μουσική.
Ή, καλύτερα ΤΗΝ μουσική...
Άργησε να συντονιστεί η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι (1925-1994) με τα εγκεφαλικά μου κύτταρα, μην φανταστείτε όμως και αρκετά χρόνια. Απλά στα παιδικά μου χρόνια η μουσική του Χατζιδάκι ακουγόνταν πάρα πολύ στο ραδιόφωνο και εκτός αυτού συγκεκριμένα κομμάτια ήταν σήματα εκπομπών, ενω τακτικά ακούγονταν και εμβατήρια. Περίεργη εποχή, που βλέποντάς την τώρα, φαίνεται πολύ, μα πάρα πολύ μακρινή. Θα επιστρέψω σε αυτά σε λίγο καιρό (πάντα έτσι γίνεται άλλωστε)
Σύμφωνα με την ιστορία, ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε για το έργο του Μακαβεγιεφ αρκετά κομμάτια που είχε συνθέσει απο πιο παλιά. Αυτό όμως έχει ελάχιστη σημασία, μια και το σάουντρακ της ταινίας είναι απλά συγκλονιστικό...
Και σαν να εξακολουθεί να παίζεται ακόμη ενα παιχνίδι, ανάμεσα σε αυτούς τους δυο πολύ μεγάλους δημιουργούς, ακούγοντας τη μουσική θέλεις να ξαναδείς την ταινία, και πάλι και το αντίστροφο. Και πάντα όλο και κάτι καινούργιο θα ανακαλύψεις, μέσα απο αυτή την απίστευτη αλληλεπίδραση γλυκών εικόνων που ίσως και να μην πρόλαβες να δεις- πικρών ήχων που ίσως και να μην πρόλαβες να ακούσεις - ανείπωτων συναισθημάτων που ίσως και να μην πρόλαβες να γευτείς.
Σαν μια παράσταση που λαχταράς να δεις και αυτή είναι τόσο γλυκιά που πριν προλάβεις να τη χορτάσεις, σβήνει...
..και μαζί της, κι εσύ
--Αφιερώνω την αποψινή ανάρτηση στη μνήμη του καλού συναδέλφου, σπάνιου ανθρώπου και λάτρη του θεάτρου, Αριστείδη Τσιλιμπάρη (1930-2009). 'Αρη, θα λείψεις πολύ απο αυτόν τον κόσμο..--
Από το Imagine (1971) του John Lennon, το Jealous Guy..
JEALOUS GUY I was dreaming of the past And my heart was beating fast I began to lose control I began to lose control I didnt mean to hurt you Im sorry that I made you cry Oh no, I didnt want to hurt you Im just a jealous guy
I was feeling insecure You might not love me anymore I was shivering inside I was shivering inside
I didnt mean to hurt you Im sorry that I made you cry Oh no, I didnt want to hurt you Im just a jealous guy
I didnt mean to hurt you Im sorry that I made you cry Oh no, I didnt want to hurt you Im just a jealous guy
I was trying to catch your eyes Thought that you was trying to hide I was swallowing my pain I was swallowing my pain
I didnt mean to hurt you Im sorry that I made you cry Oh no, I didnt want to hurt you Im just a jealous guy, watch out Im just a jealous guy, look out babe Im just a jealous guy
Πριν απο 29 ακριβώς χρόνια ήταν που η φωνή του Γιάννη Πετρίδη σε εκείνη την απογευματινή του εκπομπή, έβγαινε με τα χίλια ζόρια. Που οι εικόνες το ίδιο βράδι, αφόρητα ασπρόμαυρες, έκλεβαν και την τελευταία ελπίδα οτι μπορεί και να μην ήταν αλήθεια. Που το Imagine που παίχτηκε στην αρχή -όλων- των δελτίων ειδήσεων ήταν σαν μια σπαρακτική κραυγή πως το αύριο μπορεί να είναι αλλιώτικο, χειρότερο και πιο πικρό.
Και φτάνεις στο τώρα, 29 ακριβώς χρόνια μετά, και αρκεί ένα σφύριγμα να σου πλημμυρίσει την ψυχή με δάκρυα και τα μάτια σου με αναμνήσεις...
'Ετσι, για να ξεφύγουμε λίγο από το υπερφορτωμένο συναισθηματικά κλίμα των τριών προηγούμενων αναρτήσεων (μόνο?), φέρνω απόψε μπροστά μας ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον progressive άλμπουμ της δεκαετίας του '70 - που έρχεται από το Ισραήλ.
Με εμφανείς τις επιδράσεις απο τους Genesis, τους Yes και τους King Crimson, οι Atmosphera με το μοναδικό τους lp "Lady of Shalott" (1977), έδωσαν το δικό τους στίγμα σε αυτή τη συναρπαστική, όσο και περίπλοκη μουσική εποχή. Απο το έργο αυτό, βρέθηκε στο youtube ένα -αρκετά σπάνιο, όπως λέει ο χρήστης που το ανέβασε- βίντεο, που έχει μια 10λεπτη εκδοχή του ομώνυμου κομματιού. (Στο άλμπουμ, το κομμάτι διαρκεί περίπου 17 λεπτά - λεπτομέρειες είναι αυτές).
Τους Atmosphera τους "γνώρισα" πριν απο μερικά χρόνια, μέσω του διαδικτύου και αμέσως μου προξένησαν το ενδιαφέρον τόσο για τη μουσική τους άποψη ( καμμία σχέση με τους Churchills, αυτό το εξαιρετικό γκρουπ των συμπατριωτών τους - τους αναφέρω απλώς τώρα, στο μέλλον πρέπει να τους αφιερώσω μια ανάρτηση) όσο και για το γεγονός πως οι στίχοι του άλμπουμ - όχι η επανέκδοση του 2002- δεν είναι τίποτε άλλο απο μελοποιημένα ποιήματα του Alfred Tennyson και του Σαίξπηρ (διατηρώ την κατα Μπαμπινιώτη προτροπή γραφής).
Lady of Shalott λοιπόν, και
Lady of Shalott
On either side the river lie Long fields of barley and of rye, That clothe the wold and meet the sky; And thro' the field the road runs by To many-tower'd Camelot; And up and down the people go, Gazing where the lilies blow Round an island there below, The island of Shalott.
Willows whiten, aspens quiver, Little breezes dusk and shiver Through the wave that runs for ever By the island in the river Flowing down to Camelot. Four grey walls, and four grey towers, Overlook a space of flowers, And the silent isle imbowers The Lady of Shalott.
By the margin, willow veil'd, Slide the heavy barges trail'd By slow horses; and unhail'd The shallop flitteth silken-sail'd Skimming down to Camelot: But who hath seen her wave her hand? Or at the casement seen her stand? Or is she known in all the land, The Lady of Shalott?
Only reapers, reaping early, In among the bearded barley Hear a song that echoes cheerly From the river winding clearly; Down to tower'd Camelot; And by the moon the reaper weary, Piling sheaves in uplands airy, Listening, whispers, " 'Tis the fairy Lady of Shalott."
There she weaves by night and day A magic web with colours gay. She has heard a whisper say, A curse is on her if she stay To look down to Camelot. She knows not what the curse may be, And so she weaveth steadily, And little other care hath she, The Lady of Shalott.
And moving through a mirror clear That hangs before her all the year, Shadows of the world appear. There she sees the highway near Winding down to Camelot; There the river eddy whirls, And there the surly village churls, And the red cloaks of market girls Pass onward from Shalott.
Sometimes a troop of damsels glad, An abbot on an ambling pad, Sometimes a curly shepherd lad, Or long-hair'd page in crimson clad Goes by to tower'd Camelot; And sometimes through the mirror blue The knights come riding two and two. She hath no loyal Knight and true, The Lady of Shalott.
But in her web she still delights To weave the mirror's magic sights, For often through the silent nights A funeral, with plumes and lights And music, went to Camelot; Or when the Moon was overhead, Came two young lovers lately wed. "I am half sick of shadows," said The Lady of Shalott.
A bow-shot from her bower-eaves, He rode between the barley sheaves, The sun came dazzling thro' the leaves, And flamed upon the brazen greaves Of bold Sir Lancelot. A red-cross knight for ever kneel'd To a lady in his shield, That sparkled on the yellow field, Beside remote Shalott.
The gemmy bridle glitter'd free, Like to some branch of stars we see Hung in the golden Galaxy. The bridle bells rang merrily As he rode down to Camelot: And from his blazon'd baldric slung A mighty silver bugle hung, And as he rode his armor rung Beside remote Shalott.
All in the blue unclouded weather Thick-jewell'd shone the saddle-leather, The helmet and the helmet-feather Burn'd like one burning flame together, As he rode down to Camelot. As often thro' the purple night, Below the starry clusters bright, Some bearded meteor, burning bright, Moves over still Shalott.
His broad clear brow in sunlight glow'd; On burnish'd hooves his war-horse trode; From underneath his helmet flow'd His coal-black curls as on he rode, As he rode down to Camelot. From the bank and from the river He flashed into the crystal mirror, "Tirra lirra," by the river Sang Sir Lancelot.
She left the web, she left the loom, She made three paces through the room, She saw the water-lily bloom, She saw the helmet and the plume, She look'd down to Camelot. Out flew the web and floated wide; The mirror crack'd from side to side; "The curse is come upon me," cried The Lady of Shalott.
In the stormy east-wind straining, The pale yellow woods were waning, The broad stream in his banks complaining. Heavily the low sky raining Over tower'd Camelot; Down she came and found a boat Beneath a willow left afloat, And around about the prow she wrote The Lady of Shalott.
And down the river's dim expanse Like some bold seer in a trance, Seeing all his own mischance -- With a glassy countenance Did she look to Camelot. And at the closing of the day She loosed the chain, and down she lay; The broad stream bore her far away, The Lady of Shalott.
Lying, robed in snowy white That loosely flew to left and right -- The leaves upon her falling light -- Thro' the noises of the night, She floated down to Camelot: And as the boat-head wound along The willowy hills and fields among, They heard her singing her last song, The Lady of Shalott.
Heard a carol, mournful, holy, Chanted loudly, chanted lowly, Till her blood was frozen slowly, And her eyes were darkened wholly, Turn'd to tower'd Camelot. For ere she reach'd upon the tide The first house by the water-side, Singing in her song she died, The Lady of Shalott.
Under tower and balcony, By garden-wall and gallery, A gleaming shape she floated by, Dead-pale between the houses high, Silent into Camelot. Out upon the wharfs they came, Knight and Burgher, Lord and Dame, And around the prow they read her name, The Lady of Shalott.
Who is this? And what is here? And in the lighted palace near Died the sound of royal cheer; And they crossed themselves for fear, All the Knights at Camelot; But Lancelot mused a little space He said, "She has a lovely face; God in his mercy lend her grace, The Lady of Shalott."
Έβαλα όλο το ποίημα, μια και θεώρησα κρίμα να το πετσοκόψω.. Μάλιστα... Ένα άλλο πράγμα που μου κίνησε το ενδιαφέρον στο άλμπουμ, ήταν το ...εξώφυλλο.
Είναι ιδέα μου, ναι, αλλά όταν το πρωτοείδα μου θύμισε εικόνες της Παμβώτιδας (αριστερά το νησάκι και δεξιά το τζαμί !?!) και ένα γεφύρι πέτρινο. Εντάξει, είμαι φαντασιόπληκτος, ναι, και δεν το έψαξα άλλο. Ατμόσφαιρα... Κι άλλο ενα συγκρότημα - απο τη Βραζιλία - έχει αυτό το όνομα (μπορεί κι άλλα, δεν ξέρω). Ενδιαφέρουσα πρόταση. Να ονομάσεις το συγκρότημά σου έτσι, εννοώ.
Γιατί, τι θα γινόταν άν δεν υπήρχε ατμόσφαιρα? Πέρα απο το ζωτικό θέμα της αναπνοής ή της αποτροπής όλων αυτών των καταστρεπτικών για τους οργανισμούς ακτινοβολιών (για να αναφερθώ απελπιστικά περιληπτικά σε σημαντικά πράγματα), απλά θα βλέπαμε τον ουρανό ..μαύρο (εννοώ αν προλαβαίναμε. Zωή δεν θα υπήρχε έτσι κι αλλιώς).
Ναι, ακριβώς σαν να είμασταν στη Σελήνη, ή σαν να περιπλανιόμαστε στο διάστημα.
Η ατμόσφαιρα είναι αυτή που αναλύει το φως απο τον ήλιο και το διαχέει στον ουρανό δίνοντάς του το χρώμα του (σε μια πάρα πολύ απλή - όχι απλο'ι'κή- εξήγηση).
Χάρη στην ατμόσφαιρα ακούμε ήχους, έχουμε ανέμους, έχουμε σύννεφα και ομίχλες. Α! Και παιχνίδια της, όπως αυτό, το κόκκινο, που μου χάρισε προχτές όταν προσπάθησα να τραβήξω την ανατολή του ήλιου όπως φαίνεται απο το σχολείο μου...
Έχοντας χάσει εδώ και αρκετό καιρό το ρυθμό με τον οποίο τροφοδοτούνταν ετούτο το ιστολόγιο με σκέψεις, μουσική και αναμνήσεις, επιστρέφω απόψε για την ολοκλήρωση αυτής της -ας πούμε- τριλογίας, που ξεκίνησε πριν απο πολλές μέρες με την Πορνογραφία των Cure.
Φυσικά, το ξαναέγραψα νομίζω, είναι μάλλον επιφανειακά αυθαίρετη η επιλογή αυτών των τριών μερών.
'Ομως, πως αλλιώς να καλλιεργήσει κανείς το συναισθηματικό "έδαφος" για να εμφανίσει όσο γίνεται πιο αληθινά τις σκέψεις του για ενα απο τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης μουσικής; Χωρίς να σημαίνει αυτό βέβαια πως κάνω οποιοδήποτε είδος σύγκρισης -δεν μπορώ- ανάμεσα στους Cure, στους Echo and the Bunnymen και στους Joy Division που απόψε έχουν τη βραδιά τους σε αυτόν εδώ τον μικρό χώρο.
Ήμουν πολύ τυχερός εκείνο το απόγευμα του τρίτου έτους, όταν, κατά την προσφιλή μου συνήθεια επισκέφτηκα το δισκάδικο του Άγγελου Κώτση, στην 28ης Οκτωβρίου. Θυμάμαι, σαν ένα μακρινό παρελθόν, λες και το έζησε ένας άλλος άνθρωπος και όχι εγω, πως είχα περάσει κάποιο μάθημα -έ, δεν θυμάμαι και ποιο ήταν - (κάποιο ΜΜΦ ήταν, ξύπνα!) και όλο χαρά είχα πάει απο τον ΟΤΕ, να πάρω σειρά σε ένα τηλεφωνικό θάλαμο, ωστε να μοιραστώ αυτή τη χαρά με τους δικούς μου.
Πόση διαφορά με το σήμερα.... Εκείνη την εποχή -να μην ξεχνιόμαστε πάντα- τα κινητά τηλέφωνα ήταν αντικείμενο επιστημονικης φαντασίας, έτσι η επικοινωνία ήταν σαφώς πιο δύσκολη, μα εξ αιτίας ακριβώς αυτής της δυσκολίας, ήταν και πιο ουσιαστική.
Μου είχαν κάνει φοβερή εντυπωση τα άρθρα που είχαν γραφτεί - σε συγκεκριμένες στήλες- τόσο στον Ήχο όσο και στη Μουσική, για τους Joy Division και για τον Ian Curtis (1956-1980). Τα πρώτα που είχα διαβάσει, τον είχαν προλάβει ακόμη εν ζωή, θα 'ταν αρχές του '80. Μουσική δεν είχα ακούσει, οι εκπομπές του Χρ. Δασκαλοπουλου δεν έφταναν στα Γιάννενα (πόσο μάλλον στην Κέρκυρα)
Όμως, απο τα επόμενα άρθρα, τα μηνύματα δεν ήταν καλά. Οι εξαιρετικοί αρθρογράφοι των περιοδικών έφτιαχναν ενα φοβερά αληθινό σκηνικό για το τι μπορούσε να περιμένει ή να μην περιμένει κανείς - μουσικά και στιχουργικά- απο ενα συγκρότημα που το κύριο πρόσωπο του, ο βασικός πρωταγωνιστής, είχε επιλέξει να βάλει τέλος στη σύντομη ζωή του, μετά απο το βουβό συναπάντημα με τον Stroszek του Werner Herzog και με τον "ηλίθιο" του James Osterberg Jr.
Mουσική..
Heart and soul
Instincts that can still betray us, A journey that leads to the sun, Soulless and bent on destruction, A struggle between right and wrong. You take my place in the showdown, I'll observe with a pitiful eye, I'd humbly ask for forgiveness, A request well beyond you and I.
Heart and soul, one will burn. Heart and soul, one will burn.
An abyss that laughs at creation, A circus complete with all fools, Foundations that lasted the ages, Then ripped apart at their roots. Beyond all this good is the terror, The grip of a mercenary hand, When savagery turns all good reason, There's no turning back, no last stand.
Heart and soul, one will burn. Heart and soul, one will burn.
Existence, well what does it matter? I exist on the best terms I can. The past is now part of my future, The present is well out of hand, The present is well out of hand.
Heart and soul, one will burn. Heart and soul, one will burn. One will burn, one will burn, Heart and soul, one will burn.
Ακόμη θυμάμαι, μη μπορώντας να συγκρατήσω ένα ελαφρό όσο και πικρό μειδίαμα, οτι είχα μείνει για λίγη ώρα με δυο δίσκους στα χέρια να διαλέξω ποιον θα αγοραζα. Ο ένας ήταν το Closer(1980).. Όσο κι αν προσπάθησα να θυμηθώ ποιος ήταν ο άλλος, δεν τα κατάφερα. Ούτε καν λίγες μέρες μετά. Ο Κώτσης έκανε δικες του εισαγωγές δίσκων αρκετές φορές (πρέπει να είχε άκρες στην Ολλανδία, έτσι μου είχε πει), αν και η σφραγίδα στο βινύλιο έκανε σαφέστατη την προέλευση του. Μπολώνια.
Δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβός ο δίσκος (ακόμη γράφει 350 δρχ), είπαμε ήταν και η χαρά μου στη μέση, δεν το πολυσκέφτηκα όταν ήρθε η ώρα της πληρωμής. Μα.. τι ήταν αυτό το αριστούργημα!!! Ειδικά η δευτερη πλευρά, που ξεκινά με το τραγούδι της ανάρτησης...
Σαν ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή, σαν ένα μακροβούτι στον Αχέροντα και όχι φυσικά στον γεωγραφικό.
Παραδέχομαι πως άλλα ήταν τα στοιχεία του άλμπουμ που με έκαναν να το αγαπήσω - The Eternal, Decades, Passover, Isolation - όμως, μετά απο τόσα χρονια, 29 πια, το Heart and Soul είναι αυτό που με φέρνει πισω ξανά. Και είναι δυο τα σημεία που ξεκλειδώνουν το δωμάτιο με τις αναμνήσεις: Μόλις μπαίνουν τα πλήκτρα του -συγχωρεμένου πια- Martin Hannett (ουσιαστικά μέλος του γκρουπ και ενας απο τους σπουδαιότερους παραγωγούς) και όταν ο ντράμερ, ο Stephen Morris, ξεφεύγει απο τον αυστηρό ρυθμό του κομματιού και τα χτυπήματα στα τύμπανα - τα ήδη αλλοιωμένα απο την παραγωγή- ακούγονται σαν πυροβολισμοί...
Ένα απο τα πρωτα πράγματα που έκανα - αφου (θέλω να πιστευω πως) συνήλθα απο το αρχικό σοκ, ήταν να γράψω το άλμπουμ σε μια κασέτα (μαζί με άλλα καλούδια της εποχής) και να τη δώσω στον καλό μου φίλο τον Χυτήρη, την επόμενη φορά που συναντηθήκαμε στην Κέρκυρα. Ο Σπύρος, ακόμη μου το θυμίζει και μάλιστα ακόμη έχει τη συγκεκριμένη κασέτα (καλά φυλαγμένη- όπως μου λέει) και όπως και να το κάνουμε, είναι κάτι που με συγκινεί. (Κάτι τέτοια "ασήμαντα" πράγματα, ίσως μεταφέρουν και την ουσία της ύπαρξής μας..)
Ο δίσκος, πάλεψε τόσα χρόνια με ενα σωρό άλλα ακούσματα. Είχε και την μοίρα να πέσει σε συγκυρίες, σε ατυχίες, σε χαρές, σε πρωινά του Ιουλίου, σε σκοτάδια, σε βροχές και σε λιακάδες. Πέρασε και αυτός, μαζί μου, σχεδόν όλα όσα πέρασα τα τελευταία τριάντα χρόνια (περιπου) απο τη ζωή μου.
Και συνεχίζει ακόμη, μαζί μου, σε μια στενή σχέση που ξεκίνησε εκείνο το -ξέχασα να το πω- πολύ ήσυχο απόγευμα. Μα, αυτός δεν είναι και ο τίτλος του;
υγ. Όχι, δεν πήγα να δω το Control. Λένε βέβαια πως ήταν πολύ καλή ταινία. Τι θα μπορούσε όμως να μου φέρει ξανά πίσω;
Καθε τόσο και μια μουσική πρόταση που - κατά την ταπεινή μου γνώμη - αξίζει κανείς να διερευνήσει σε βάθος. Μαζί, μερικά σχόλια και κάποιες αναμνήσεις, γεγονότα, όνειρα, εφιάλτες και εξομολογήσεις.