25/12/16

Το Ψυχοσκόπιο



Πρέπει να ήταν στις μικρές τάξεις του Δημοτικού, σε κάποια προθήκη, ή σε κάποιο μικροβιολογικό εργαστήριο της τότε εποχής. Ναι, μάλλον αυτό και θα είχα ρωτήσει τον πατέρα μου - που τα ήξερε όλα - για το ποια ήταν η χρησιμότητά του. Και εκεί, στην έκτη πια, ήταν που το είχα δει σκονισμένο, μέσα στην αίθουσα που χρησιμοποιούσε το σχολείο για ..αποθήκη, αλλά και για πρόβες για τις σχολικές παραστάσεις. Δηλαδή, μια αίθουσα που δεν χρησιμοποιούνταν, είχε πολλά "άχρηστα" πράγματα, σπασμένα θρανία, καρέκλες, παλιές κουρτίνες (μπλε σκούρες στο πνεύμα της εποχής περισσότερο και λιγότερο για πρακτικούς λόγους), από την άλλη όμως διέθετε και μια υποτυπώδη "σκηνή" που με την κατάλληλη προετοιμασία μπορούσε να εξυπηρετήσει κάποιες εκδηλώσεις.
Κάπου λοιπόν εκεί, ψηλά πάνω σε μια γυάλινη προθήκη - σκονισμένη κι αυτή φυσικά - καμάρωνε σε μια συσκευασία που πρόδιδε ότι ποτέ δεν είχε ανοιχτεί, επομένως και χρησιμοποιηθεί.
Τότε, αγαπημένο "χόμπι" ήταν τα συναρμολογούμενα, όπως τα λέγαμε εκείνη την εποχή. Όλοι ήξεραν πως για να κάνω το οποιοδήποτε "χατήρι" στους γονείς μου, να διαβάσω περισσότερο για καλύτερους βαθμούς (!), για να πάω στον οδοντίατρο (που τον έτρεμα, ζει ακόμη ο άνθρωπος, κοντά 100 και όποτε τον βλέπω, ακόμη και τώρα μου προκαλεί ένα σφίξιμο στο στομάχι και κάποιους μακρινούς πόνους στα δόντια - που τα παράτησα από τότε..), για δωράκι, για οποιοδήποτε δώρο τέλος πάντων, το εύκολο και προβλέψιμο ήταν ένα αεροπλανάκι ή ένα μικρό πλοίο της Αιρφιξ ή της Ρεβελ, από τα φτηνά, που τότε ήταν σε σακουλάκι - για όσους θυμούνται και είχαν ποτέ ασχοληθεί.
Το ύφος του κυρίου Ναθαναήλ, στο Bric A Brac, που περίμενε σχεδόν πάντα υπομονετικά να διαλέξω, μου έχει μείνει αξέχαστο. Υπήρχαν και πολλές φορές που πήγαινα και έψαχνα αρκετή ώρα στην τεράστια στοίβα με τα κουτιά για κάποιο που θα μου τραβούσε την προσοχή, αλλά θα πρεπε κιόλας να είναι από τη σειρά 1 ή 2 ώστε να μην ξεπερνά το ποσό που ήταν στη ...διάθεσή μου. Αλλά κι άλλοι, ο Τσόρης,  μέχρι και κάποια βιβλιοπωλεία όπως ο "Φάρος", έφερναν αυτά τα "παιχνίδια".Το ψάξιμο και η βουτιά σ αυτόν τον φανταστικό κόσμο είναι από αυτά που μου έχουν μείνει αξέχαστα. Ίσως κάποια φορά αφιερώσω πολλά περισσότερα γι αυτό το χόμπι που δεν με άφησε ποτέ, ούτε ακόμη τώρα, και ούτε εγώ το άφησα εννοείται.
Όμως, κάποιο Σάββατο..
Κάποια σαββατιάτικη βόλτα στα παιχνιδάδικα, με έφερε αντιμέτωπο με αυτό. Ήταν λίγο πιο πέρα από τη γνωστή στοίβα, 3-4 διαφορετικά μεγέθη, ένα πανάκριβο σε ξύλινο κουτί, αλλά κι ένα πιο μικρό και κατά συνέπεια πιο φτηνό. Δειλά, πολύ δειλά, άρχισα να το περιεργάζομαι και μέχρι να το καταλάβω, τέλος της σχολικής χρονιάς, 1971, δώρο από τον πατέρα και νάσου να κάθομαι στο τραπεζάκι μου, αυτό που θα ονομάζαμε πια "παιδικό γραφείο" - που μόνο γραφείο δεν ήταν φυσικά. Ήταν το μετακινούμενο συρτάρι μιας κλασσικής για την εποχή βιβλιοθήκης.
Να κάθομαι στο τραπεζάκι και να έχω πάρει φύλλα, κρεμμύδια, ότι μου κατέβαινε στο μυαλό εκείνη την ώρα και να έχω βυθιστεί σε έναν άλλο κόσμο, εντάξει όχι ακριβώς "μικρόκοσμο", αλλά κάπου που για να δεις καλά θα θελες βοήθεια.
O Anton von Leeuwenhoek (1632-1723) θα έσπαγε πολύ πλάκα με την πάρτη μου, βλέποντάς με να ασχολούμαι τόσες ώρες και κάθε τόσο να φωνάζω τη μάνα μου να ρθει να δει - σιγά μη νοιάζονταν. Το μόνο που την ενδιέφερε βασικά ήταν να μην κοπώ με τα τζαμάκια που είχε η συσκευασία. Τα τζαμάκια φυσικά δεν ήταν τίποτε άλλο παρά οι αντικειμενοφόρες πλάκες, αλλά αυτό το όνομα το έμαθα μετά από πάρα πολλά χρόνια.
Έντομα, ..τρίχες και το αγαπημένο μου, μελάνη διαλυμένη σε νερό, να παρακολουθώ την κίνησή της. Το πράγμα αποκτούσε ενδιαφέρον. Το παιχνίδι μου είχε τελικά πολλή πλάκα. Μόνο που ότι και να κοίταζα, έμενε δικό μου, χωρίς να το μοιράζομαι με κανέναν άλλο. Ε, ψέμματα, είχα δείξει κανα δυο τέτοια και σε κάποιους φίλους/συμμαθητές μου και αν δεν κάνω λάθος πρέπει να ήταν ο Άρης, η Εύη, η Σοφία, η Βάλη, η Μαίρη - φυσικά και ο συγχωρεμένος ο Νίκος. Ίσως και ένας δυο ακόμη, σε κάποια πολύ κοντινά γενέθλια, εκεί που μαζευόμαστε όλοι σπίτι, όπως γινόταν τότε.
Ανακατωσούρες στην κουζίνα, φέρε μάνα το κρεμμύδι, δεν έχω, έ, φέρε κάτι άλλο, ότι μπορούσε δηλαδή να εκνευρίσει σε ικανοποιητικό βαθμό την κυρία Έλλη. Και σε κάποιους μεγάλους είχα δείξει κάποιες από τις ανακαλύψεις μου, αλλά υποψιάζομαι ότι ήταν πολύ ευγενικοί για να μου πουν ότι δεν είχαν καταφέρει να δουν κάτι σημαντικό.
H καλύτερή μου ήταν στις διακοπές των Χριστουγέννων, εκείνης της ίδιας χρονιάς. Παραμονή, ίσως η πιο ωραία νύχτα κάθε χρονιάς, κι εγώ να το παίζω επιστήμονας.
Και φυσικά, από το μπομπινόφωνο, να ακούγεται κάτι από αυτά που μου άρεσαν. Ο πατέρας μου ήταν απογευματινή βάρδια στον ραδιοφωνικό σταθμό, αλλά μου είχε δείξει τη λειτουργία του -μονοφωνικού- Φίλιπς. Σαν τώρα θυμάμαι και το κομμάτι, από το Ναμπούκο του Τζιουζέπε Βέρντι, το Χορικό των σκλάβων. Και ήταν αυτός, ο μονοφωνικός του χαρακτήρας που στα δικά μου παιδικά αυτιά αναδείκνυε κάθε κομμάτι σε μεγαλοπρεπές και υποβλητικό. Και κει, κατά τις 10 το βράδυ, κάπου προς το τέλος, τα νευρικά κλειδιά του Φάνη και το κρύο του Δεκέμβρη να μπαίνει μαζί του στο σπίτι. Και λες σαν από μια ταινία του Φελίνι - που ίσως δεν γυρίστηκε ποτέ - ο πατέρας μου συνόδεψε το κομμάτι σφυρίζοντας το τέλος του. Ίσως, το καλύτερο δώρο για παραμονή Χριστουγέννων.
Είχα ότι ήθελα εκείνο το βράδυ.
Τον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμό μου. Την ηρεμία της παραμονής, τη μητέρα μου που έβγαζε από την κουζίνα κάποιο γλυκό που σκάρωνε από το απόγευμα, τον μικρό μου αδερφό, που μπορεί ακόμη να μην είχε κλείσει και χρόνο, το μικροσκόπιό μου, τη μουσικούλα μου και τον πατέρα μου. Τα είχα με λίγα λόγια όλα. Πόσες ήταν οι φορές στη ζωή μου που αισθάνθηκα κάτι τέτοιο; Δύσκολο να το πει κανείς, μια και σίγουρα θα αδικήσει όλες τις άλλες και μαζί και ανθρώπους. Έντεκα χρόνια μετά, στο δωμάτιό μου, δίπλα από το παλιό μας διαμέρισμα, φοιτητής πια, βυθιζόμουν στη μαγεία του Nothing Can Stop Us του Robert Wyatt, μαγεία από την οποία όλα αυτά τα χρόνια δεν λυτρώθηκα 



 At last I am free
I can hardly see in front of me

Και ξέρετε πολύ καλά, όσοι πια τυχαίνει να περνάτε από δω, πως δεν θα λυτρωθώ ποτέ. Και μικροσκόπια έχω πια και στο εργαστήριο του σχολείου μου



20/6/15

Είχα ένα καναρίνι που το έλεγα Καρούζο




Θυμάμαι, μια από τις -τότε πολύ λιτές- πρώτες αναρτήσεις σε τούτο δω το μπλογκ, ήταν η "Γυάλινη καρδιά" που αφορούσε την εμβληματική ταινία του Βέρνερ Χέρτζογκ, με την υπέροχη μουσική των Πόπολ Βου. Πολύ πρόσφατα βρήκα το Kailash (2015), το άλμπουμ που πολύ συγκινητικά επιμελήθηκε η εταιρεία Soul Jazz, αποτίοντας φόρο τιμής στη μεγάλη μορφή που έφυγε εντελώς άδικα το 2001, τον Φλόριαν Φρικ (1944-2001). 

Ακούγοντάς το δεν μπόρεσα να μην ταξιδέψω σε γνώριμα μονοπάτια, άλλα χιλιοπερπατημένα και άλλα, λιγότερα ίσως, ξεχασμένα μέσα σε αυτά τα 35 χρόνια, από τότε που διασταυρώθηκε η δική μου ταπεινή διαδρομή με αυτά τα ασύλληπτα έργα και καλλιτέχνες. Η μουσική των Ποπολ Βου και η θεματική των ταινιών του Χέρτζογκ λίγο έως πολύ επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο συνήθιζα, πιτσιρικάς τότε, να βλέπω την αισθητική και όχι μόνο των πραγμάτων γύρω μου. Ακούγεται λίγο υπερβολικό και ενδεχομένως να είναι, ίσως όμως και όχι.
Πολλές φορές γυρίζω λοιπόν σε εκείνα τα χρόνια, έτσι έγινε και στην προηγούμενη ανάρτηση, έτσι και σε πιο παλιές, έτσι θα γίνει και σε μελλοντικές. Τα χρόνια που φαινομενικά χωρίς να είναι τίποτε παραπάνω από πέντε χρόνια σπουδών, τελικά καθόρισαν χαρακτήρες, γούστα, τρόπους σκέψης. Τι έχει απομείνει από τότε; Δέκα, δεκαπέντε φίλοι με τους οποίους υπάρχει ακόμη επικοινωνία, καλή επικοινωνία που μου δείχνει ότι ίσως να μην είμαι ο μόνος που έχω ακόμη τα ίδια μυαλά όπως τότε, πολλή καλή μουσική που ακόμη κάνει τις τρίχες στο σβέρκο μου να ανασηκώνονται και αναμνήσεις, όπως είπαμε. 
Κάπου εκεί, τέλη '82, αρχές 83 είχαμε πάει να δούμε το Fitzcarraldo του Χέρτζογκ, με τον σταθερό ερμηνευτή του εκείνη την περίοδο, τον Κλάους Κίνσκι. Μετά από 30 χρόνια διάβασα και είδα και βίντεο με μαρτυρίες του Χέρτζογκ για τις συγκρούσεις τους κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων εκείνης της ταινίας. Συγκρούσεις που μπορεί να συνοψιστούν στην ατάκα του Χέρτζογκ "βγήκε η φήμη πως ο Κλάους έπαιζε -μετά τον τσακωμό τους, ήθελε να φύγει- κι εγώ τον σημάδευα με την καραμπίνα.. ε, δεν είναι αλήθεια" (...)
Συγκλονιστική ταινία, πρέπει να την είδα 3-4 φορές ακόμη τα επόμενα χρόνια, τελευταία φορά από την ΕΡΤ πριν κλείσει τον Ιούνιο του '13. Τι μπορεί να πρωτοθυμηθεί κανεις από αυτό το αριστούργημα.. Τη χαρακτηριστική σκηνή του περάσματος του καραβιού πάνω από το ύψωμα, την κατάσταση που βρίσκεται το ποταμόπλοιο λίγο πριν το τέλος της ταινίας και φυσικά...
τη σκηνή που βάζει το δίσκο με τον Καρούζο και σταματούν τα τύμπανα των ινδιάνων. 



Είχα ακούσει τον Ενρίκο Καρούζο (1873-1921) σε κάποιες άριες, πολύ μικρός, κυρίως από την εκπομπή του ΕΙΡ "Βραδιά Όπερας" με την Αθηνά Σπανούδη, τέλη δεκαετίας του '60, αλλά και από το μπομπινόφωνο που είχε αγοράσει ο πατέρας μου μερικά χρόνια πριν. Τα έχουμε ξαναπεί και αυτά πριν από καιρό, αλλά εμένα φίλοι μου δεν με πειράζει να τα ξαναφέρνω στο μυαλό μου, ειδικά τώρα που δεν είναι πια σε αυτό τον κόσμο, μια και τον περασμένο Μάρτη κουράστηκε πια εντελώς η καρδιά του. Μου έχει αφήσει κάποιες -πολλές- απορίες για μια σειρά από μικροπράγματα, όπως για παράδειγμα από που είχε αγοράσει το μαγνητόφωνο (ήμουν έτοιμος να τηλεφωνήσω πριν από λίγο στο σπίτι για να μου πει - δεν έχω συνηθίσει μάλλον ακόμη). Από την άλλη, η πεθερά μου προτιμάει περισσότερο τον Μπενιαμίνο Τζίλι και τον Μπιέρλινγκ, αλλά αυτά είναι γούστα. Αλλά, όχι, για τον Καρούζο δεν ξέρω αν ήταν στις προτιμήσεις του πατέρα μου. Να κι άλλη απορία. Σίγουρα του άρεσαν τα έργα π.χ. του Χατσατουριάν, ή του Μπετόβεν, αλλά για τον τενόρο Καρούζο, άγνωστο. Θεωρώ πως βρήκε κάποιους δίσκους στη δισκοθήκη του σταθμού και έκανε μια ωραία επιλογή για έναν -τότε- μοναχογιό με μεγάλη παιδική φαντασία.
Και όλα αυτά μαζί, σαν ένα παρανοϊκό όνειρο, από αυτά που δεν έχουν δομή, έχουν όμως μια παράλογη υπόθεση, γυρνάνε κάθε τόσο στο μυαλό μου. Ο Φιτζκαράλντο, ο Καρούζο, κάποιοι αγαπημένοι φίλοι, οι μουσικές του Φλόριαν Φρικ, το μπομπινόφωνο που ίσως ακόμη λειτουργεί, οι αναμνήσεις του πατέρα μου, το μισοσυννεφιασμένο Μιτσικέλι τον Φλεβάρη του 2006, όπως το έβλεπα πηγαίνοντας στο "Ελ Γκρέκο" - κλειστό πια κι αυτό, που μ έκανε για λίγο να σκεφτώ ποιος είμαι και τι κάνω και αν είχα πραγματικά θέση σε αυτό το σκηνικό. Και πάντα, η σκηνή του καραβιού που πρέπει πάση θυσία να περάσει το ανυπέρβλητο για άλλους εμπόδιο.
Και περνάει


Ευχαριστώ τον συμφοιτητή μου και αδελφικό φίλο Βαγγέλη Κώστογλου για τον τίτλο της ανάρτησης

..Συνεχίζεται (ευτυχώς)
 

18/1/15

Αναζητώντας την άλλη μισή Αμερική






Ήταν υπόσχεση που δεν σήκωνε συζητήσεις ή παρεξηγήσεις: «Όταν περάσεις στο πανεπιστήμιο, θα σου αγοράσω στερεοφωνικό». Δεν ήταν κανενός είδους καλόπιασμα ή πρόκληση, μια και είμαι σίγουρος πως ακόμη κι αν δεν τα είχα καταφέρει εκείνη τη χρονιά, πάλι ο πατέρας μου θα είχε κάνει την κίνηση. Περισσότερο ήθελε να με κάνει να χαρώ μετά από τα τόσα χρόνια μελέτης, προετοιμασίας κούρασης και ταλαιπωρίας, εκείνα τα χρόνια. Άλλωστε, εμείς που ζούσαμε στην Κέρκυρα, έπρεπε για περίπου 10 μέρες να μείνουμε σε ξενοδοχείο στα αγαπημένα μου Γιάννενα, μια και το εξεταστικό κέντρο ήταν εκεί. Η προτελευταία χρονιά του εξεταστικού συστήματος που ίσχυε τότε. Είχε ζήσει λοιπόν ο κύριος Φάνης όλη την αγωνία και το άγχος του υποψήφιου γιου του, και παρά λίγο να το πληρώσει ακριβά, σε συνδυασμό με τη μανία του για το κάπνισμα -Άρωμα Φίλτρο. Όλα αυτά όμως τα των εξετάσεων εκείνου του καλοκαιριού τα έχω συγκεντρώσει στο μυαλό μου για μια άλλη, μελλοντική μας συνάντηση εδώ.
Τέλειωσαν οι εξετάσεις, έδωσα και σχέδιο (και ευτυχώς δεν πέρασα αρχιτεκτονική) και ήρθε η περίοδος της αναμονής. Μερικές μέρες στην Αθήνα, έτσι για βόλτα, στον αγαπημένο μου θείο, τον αδελφό της μητέρας μου, που πολλές φορές στη ζωή μου έπαιξε και το ρόλο του πατέρα, δεύτερου ή πρώτου δεν το ξεχωρίζω και κάποιο βράδυ, το τρίτο, τέταρτο που ήμουν εκεί, η φωνή της μητέρας μου 2:30 τα ξημερώματα από το τηλέφωνο «έλα γρήγορα σπίτι, ο πατέρας σου έπαθε έμφραγμα». Μέσα σε δυο ώρες, εισιτήρια και πράγματα και στο Ελληνικό για την πτήση των 5:30 και στις 7:00 στο νοσοκομείο.
Οι μέρες στο πλάι του πατέρα μου, βασανιστικές. Από τη μια η στενοχώρια για αυτό που μας είχε βρει – η ζωή μας θα άλλαζε, όπως είχαν πει οι γιατροί, και έτσι έγινε – από την άλλη η «αγωνία» για τα αποτελέσματα, είχαν σαν συνέπεια να μη θυμάμαι τίποτε απολύτως από κείνο το διάστημα του ενάμιση μήνα που πέρασε μέχρι τελικά στις 17 Οκτωβρίου να ακούσουμε τα ονόματα από το ραδιόφωνο (όπως γινόταν τότε). Μα, απολύτως τίποτε, πέρα από τη μυρωδιά του νοσοκομείου. Α, ψέματα, την ίδια μέρα, πήγα και αγόρασα με το χαρτζιλίκι που μου άφησε η γιαγιά μου, τα «Νέγρικα» του Μάνου Λοΐζου με τη μοναδική ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη.
Φυσικά, η παλιά υπόσχεση δεν είχε πλέον καμία θέση στο μυαλό μου, μ ένοιαζε μόνο να είναι ο πατέρας μου καλά. Έτσι, μετά από λίγες μέρες, πήγα στα Γιάννενα (ξανά), γράφτηκα στο πανεπιστήμιο και με τη βοήθεια του θείου μου που πήρε άδεια ειδικά για να πάμε μαζί, για σπίτι, έπιπλα, και οτιδήποτε για να μην αισθανθώ σε καμία περίπτωση ότι ήμουν μόνος μου. Παράκληση και επιθυμία του πατέρα μου. Θα μου πεις, καλά είσαι σοβαρός?, σήμερα τα παιδιά πάνε μόνα τους να κάνουν όλα αυτά τα πράγματα, ναι αλλά υπενθυμίζω ότι ήταν 1978, ήμουν συνεχώς στενοχωρημένος για τον πατέρα μου και τα Γιάννενα δεν είχαν σχεδόν καμία σχέση με το σήμερα, ήταν τα Γιάννενα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου.
Που να φανταζόμουν τότε ότι η περιπλάνηση μου στη πανεπιστημιακή γνώση θα ολοκληρωνόταν τελικά το καλοκαίρι που μας πέρασε, 36 χρόνια μετά…
Κατά τον Δεκέμβρη, λίγο πριν τις γιορτές, ήρθε η μητέρα μου για μια μέρα. Τότε, ερχόταν συνεργείο της ΕΡΑ από την Κέρκυρα στα Γιάννενα, για τις αναμεταδόσεις των αγώνων του ΠΑΣ. Έτσι, σε μια από αυτές τις φορές, οι συνάδελφοι του πατέρα μου έφεραν Σάββατο πρωί την μητέρα μου μαζί, αφού έδωσε το σχετικό ΟΚ ο γιατρός του πατέρα μου.
Περνώντας εκείνο το πρωί από την 28ης Οκτωβρίου μπροστά από μια βιτρίνα με στερεοφωνικά, η μητέρα μου γύρισε και μου 'πε: «ξέρεις πόσο στενοχωριέται ο πατέρας σου που δεν τήρησε την υπόσχεσή του;». Είναι μια φράση που όποτε τη φέρνω στο μυαλό μου δακρύζω, όπως και εκείνη τη στιγμή. «Δεν πειράζει ρε μάνα, δεν πειράζει». Η μάνα μου πάντα πολύ αποφασιστική και αυθόρμητη, μου είπε ότι μπορούσαμε να πάρουμε κάτι φτηνό και με δόσεις, ενώ μου θύμισε κάποια λίγα χρήματα που μου είχαν στο ταμιευτήριο (μου έβαζαν λίγα λίγα από το δημοτικό και δεν τα πείραζα)
Όπως και έγινε…Κάτι φτηνό, όχι όμως κακό. Από έναν αδελφικό φίλο του πατέρα μου στα Γιάννενα (να 'ναι καλά εκεί ψηλά), ένας μικρός ενισχυτής 2x20, ένα πικάπ, ένα ζευγάρι ηχεία και ένα πολύ μικρό (σαν μικρό σκάνερ) ντεκ κασέτας, όλα φιλιπς. Είχαν πάει, με χρήματα της εποχής, γύρω στις 25000 δραχμές (το νοίκι σε γκαρσονιέρα ήταν 5000) δηλαδή 5 νοίκια. Όλο το ποσό του ταμιευτηρίου και 3 δόσεις. Το καλύτερο ηχοσύστημα του κόσμου.
Όλα ζουν ακόμη, εκτός από το ντεκ.
Λίγες μέρες μετά, ήταν οι διακοπές των Χριστουγέννων. Θα άφηνα το στέρεο στα Γιάννενα; Όχι βέβαια. Ακόμη δεν είχα ακούσει τίποτε μια και λίγους δίσκους που είχα, τους είχα στην Κέρκυρα. Αφού τα καμάρωσα στο δωμάτιο, τα ξαναέβαλα στα κουτιά και μετά από δυο μέρες, τα φόρτωσα σε ένα ταξί, να πάμε στο πρακτορείο και να τα φορτώσω εκεί στο ΚΤΕΛ για Ηγουμενίτσα. Μια ώρα, δυο ώρες, ψιλοβρόχι και φτάνουμε. Στο ΚΤΕΛ της Ηγουμενίτσας, με έναν από τις δυο χαρακτηριστικές φιγούρες με τα κάρα, που είχαν αναλάβει για πολλά χρόνια τη μεταφορά των πραγμάτων και των βαλιτσών από το λιμάνι στο ΚΤΕΛ κι ανάποδα, κουβαλώ τα κουτιά (και 2 σακβουαγιάζ) στο λιμάνι, όπου διαπιστώνω την ατυχία να ζεις σε νησί. Απαγορευτικό. Και τώρα?
Χωρίς κανένα γνωστό, με δυο σακβουαγιάζ και τέσσερις μεγάλες κούτες στο λιμάνι, με τη βροχή να δυναμώνει και τη νύχτα να έχει πέσει. Σιγά σιγά, όλοι άρχισαν να συνειδητοποιούν πως έπρεπε να βρουν κατάλυμα, άλλοι σε κάποιο από τα (λίγα) ξενοδοχεία που είχε τότε η Ηγουμενίτσα και άλλοι σε κάποιους που πολύ γρήγορα είναι η αλήθεια εμφανίστηκαν να προσφέρουν επ’ αμοιβή κάποιο δωμάτιο. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι (πρέπει αν ήταν γύρω στα 70-75, μα έδειχναν μεγαλύτεροι) με ρώτησε κι εμένα αν ήθελα δωμάτιο, ρώτησα την τιμή, μου φάνηκε πολύ χαμηλή για την ταλαιπωρία εκείνης της βραδιάς και δέχτηκα. Ευτυχώς οι άνθρωποι έμεναν δίπλα σχεδόν, σε ένα στενό απ όπου φαινόταν τα φεριμπότ. Κουβάλησα τα πράγματα λίγα λίγα μόνος μου ενώ η ηλικιωμένη κυρία, πρόσεχε αυτά που δεν μπορούσα να μεταφέρω κάθε φορά. Είναι αλήθεια πως αισθάνθηκα πολύ άσχημα και εκείνη τη στιγμή, με την εικόνα αυτή, αλλά και μετά από χρόνια, όποτε τη θυμάμαι. Και πάντα σκέφτομαι πως μέσα στη βλακεία που έδερνε τα 18 – 19 μου χρόνια τότε, δεν αναζήτησα ποτέ αυτούς τους καλούς ανθρώπους. Μου έφτιαξαν και ελληνικό καφέ το άλλο πρωί, πλήρωσα, αποχαιρέτησα, ευχαρίστησα και τελικά, 8 η ώρα να ‘μαι έξω από το διαμέρισμα του 2ου ορόφου, μπροστά στους γονείς μου.
..και 9 όλα στημένα, έστω πρόχειρα, αναμμένη σόμπα για να έρθει και ο πατέρας μου να χαρεί μαζί μου. Καμιά δεκαριά βινύλια, αγορασμένα με το κρυφό όνειρο της περασμένης χρονιάς και μερικές, περισσότερες κασέτες. Σαββόπουλος, Θεοδωράκης, Χάλαρης, δηλαδή κυρίως ελληνικά. Μια κασέτα είχε και το ντεκ σαν «κασέτα αναφοράς» που ήταν μια εντυπωσιακή επίτηδες ηχογράφηση από κάποιο γερμανικό σόου, με άφθονο «έκο» ώστε να σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό και να λες «τι συγκροτηματάρα έχω». Εμπορικά κόλπα.
Πολύ σύντομα, ζήτησα τη συνδρομή μερικών τότε καλών μου φίλων και ναι, ήρθαν σπίτι με μερικά από τα βινύλιά τους (να δουν πως παίζουν στο δικό μου), αλλά με εντελώς αλλιώτικα γούστα από τα δικά μου, κυρίως ντίσκο της εποχής. Μέσα σ’ όλα όμως, το «μπεστ» των Simon & Garfunkel. Ε, ναι ρε γαμώ το, αυτό θα το ‘γραφα ολόκληρο! Από τα άλλα, έκανα μια επιλογή σε μια απλή Maxell, για να μην προσβάλλω τους φίλους και τα απογεύματα ήταν αφιερωμένα στην ακρόαση.
Πέρασαν από τότε όλα αυτά τα χρόνια, στις αρχές του 90 έγινε η πρώτη αλλαγή και γύρω στο 2008 άρχισε η τελευταία πράξη των χαιφιντελίστικών μου αγορών που ολοκληρώθηκε με μια επεισοδιακή αγορά ηχείων. Δεν νομίζω ότι θα αλλάξω πια αυτό που έχω τώρα, υπάρχουν πολύ πιο σοβαρά πράγματα στη ζωή και σε τελική ανάλυση αξία έχει η μουσική όταν τη μοιράζεσαι με όποιο τρόπο μπορείς. Ακούω συνήθως μόνος μου και αν κάτι αξίζει, τα ίδια συναισθήματα θα σου δώσει είτε είναι από ηχοσύστημα χιλιάδων είτε από απλό σύστημα ΗΥ με γουφεράκι. Πάντα η διαδικασία «άνοιξε τον ενισχυτή, να ζεσταθεί, να βάλω κι ένα καφέ ή ένα τσάι και να καθίσω απέναντι από τα ηχεία» όπως να το κάνουμε, με φέρνει ξανά σε γνώριμες διαδρομές, αλλά δεν είναι πια η αρχή και το τέλος των πάντων.
Θυμάμαι, για το μπεστ των Simon & Garfunkel είχα αφιερώσει μια άγραφη 60αρα Philips, χρωμίου, που πρέπει να την είχα αγοράσει από το ίδιο μαγαζί (ή μήπως μου την είχαν κάνει δώρο?). Στο μπεστ λοιπόν αυτό υπήρχε κι ένα κομμάτι που ο 30λεπτος χρονικός περιορισμός της πλευράς, το έκοβε στη μέση. Το κομμάτι ήταν το America. Για λόγο που δεν θυμάμαι, δεν το είχα συνεχίσει και στη δεύτερη, νομίζω πως βιαζόταν ο φίλος να πάρει το δίσκο του, έτσι δεν μπορούσαμε να κάνουμε τέτοια διευθέτηση ώστε να είναι όλα άψογα. Πάμε στην άλλη πλευρά, να το Cecilia, δεν μου πολυάρεσε, και κατόπιν, τι να γράψουμε απ όλα αυτά που φέρατε, «α, από το μπεστ των Bee Gees, μερικά κομμάτια». Και εδώ, ένα κομμάτι, το καλύτερο όμως, θυσιάστηκε: το αριστούργημα New York Mining Disaster 1941 (ήταν μπεστ από τα πρώτα άλμπουμ)



"America"

Let us be lovers,
We'll marry our fortunes together.
I've got some real estate
Here in my bag.

So we bought a pack of cigarettes,
And Mrs. Wagner's pies,
And walked off
To look for America.
"Kathy", I said,
As we boarded a Greyhound in Pittsburgh,
Michigan seems like a dream to me now.

It took me four days
To hitch-hike from Saginaw.
"I've come to look for America."

Laughing on the bus,
Playing games with the faces,
She said the man in the gabardine suit
Was a spy.

I said, "Be careful,
His bow tie is really a camera."
"Toss me a cigarette,
I think there's one in my raincoat."
We smoked the last one
An hour ago.

So I looked at the scenery,
She read her magazine;
And the moon rose over an open field.
"Kathy, I'm lost", I said,
Though I know she was sleeping.
"I'm empty and aching and
I don't know why."

Counting the cars
On the New Jersey Turnpike
The've all come
To look for America,
All come to look for America,
All come to look for America.

Στα τέλη της δεκαετίας του 80, η σειρά nice price μου έδωσε τη δυνατότητα να αγοράσω κάποια άλμπουμ που δεν τα είχα προτεραιότητα, είτε γιατί τα είχα χιλιοακούσει σε κασέτες είτε γιατί άκουγα άλλα πράγματα εκείνη την εποχή. Ένα από αυτά, ακριβώς αυτό το Greatest Hits (ναι, τα βρήκα όλα, αλλά προτίμησα αυτό, μια και πλέον δεν θα χρειαζόταν να φύγει από το σπίτι).
Περιττό να πω πως όταν έφτασε το Αμέρικα, περίμενα τη στιγμή που θα κοβόταν στη μέση… ήταν τέτοια η δύναμη της συνήθειας των ακουσμάτων ολόκληρης εκείνης της δεκαετίας που πραγματικά σοκαρίστηκα όταν –όπως ήταν φυσιολογικό- το κομμάτι έπαιξε ολόκληρο. Σαν να επέστρεψε ένας παλιός χαμένος φίλος, σαν ένα τηλεφώνημα τα ξημερώματα, σαν δυο γέρικες φιγούρες που σου προσφέρουν κατάλυμα, σαν τόσα χρόνια που έφυγαν και δεν ξανάρχονται.

Καμιά ερώτηση;
Α! Τι απέγινε εκείνο το ηχοσύστημα; Ποιος ακούει από κει τώρα?
Ε, δεν το έχετε μαντέψει; Αυτοί που το είχαν υποσχεθεί από τότε. Βέβαια, ακούνε ηπειρώτικα όλη την ώρα - γεροί να είναι, αλλά καιρός δεν ήταν να το χαρούν κι αυτοί;
Και πως το χαίρομαι..

14/7/14

Μέρος 3ο: Ο Βασιλιάς του Λόφου



Πολυαγαπημένο συγκρότημα οι Byrds. Θυμάμαι, είχα πάρει το Fifth Dimension σε μια εκδρομούλα στην Αθήνα εκεί στο δεύτερο έτος, εισαγωγής αμερικάνικο - παρακαλώ - και το είχα λιώσει στις ακροάσεις, στη μικρή μου γκαρσονιέρα. Από τα άλμπουμ που προτιμούσα να ακούω (ακόμη και τώρα κλέβω που και που χρόνο από τις ακροάσεις μου γι αυτό το αριστούργημα) κυρίως απόγευμα.
Ο ήχος εκείνης της Rickenbacker, τα απίστευτα φωνητικά και η σειρά των τραγουδιών από τα οποία δεν μπορούσες να παρακάμψεις κανένα απολύτως, με ταξιδεύουν πάντα στην εποχή που το πρωτοάκουσα. Κι αυτό το άλμπουμ ήταν στη λίστα του Ζήλου και ήταν αμέσως αντιληπτό το γιατί. Τεράστια εντύπωση θυμάμαι, μου είχε κάνει η απόδοση του μελοποιημένου ποιήματος I Come and Stand at Every Door του Χικμέτ (που είχαν κάνει πάνω κάτω ίδια εποχή και οι Misunderstood με το I Unseen). Ήταν τότε που άρχιζα δειλά δειλά να ανακαλύπτω τα διάφορα κανάλια ανάμεσα σε ήχους που λάτρευα και σε στίχους/λόγια/γραφές που σε βάθος χρόνου αποδείχτηκε οτι μου έδιναν πολλά περισσότερα από αυτά που ίσως περίμενα.
Το άλμπουμ των Byrds, έτσι για να λέμε και καμιά ιστορία, από αυτές που μάλλον δεν ενδιαφέρουν κανέναν, είχε βρεθεί και αγοραστεί στη "Νίκη" ένα δισκάδικο για το οποίο έχω ξαναγράψει εδώ, κάπου στην πλατεία Βάθης, αν θυμάμαι καλά. Μαζί με την "5η διάσταση" είχε αγοραστεί το H to He των Van der Graaf Generator (με το διπλό εξώφυλλο που άνοιγε και είχε το Checkmate, έργο του Paul Whitehead, τι θυμάμαι τώρα..), το Batik του Ralph Towner και ένα δυο ακόμη, μια και εισαγωγής μεν, αλλά η "Νίκη" ήταν ένα τίμιο φτηνό μαγαζί με πολύ ευγενικούς ανθρώπους μέσα. Το 5th Dimension δεν είχε εσώφυλλο - παρότι σφραγισμένο - αλλά αυτό ήταν ένα ζήτημα που λύθηκε άμεσα, μέσα από την ευγενική προσφορά ενός άλλου βινυλίου, που δεν το είχε ανάγκη. 
Το καλοκαίρι του 81, με μια μοναδική παρέα, είχαμε δει το Easy Rider. Την τιμητική του σε αυτό το έργο, είχε ο Roger McGuinn (που είχε γενέθλια χτες) με την χαρακτηριστική του "κλαψιάρικη" φωνή, στα δυο απίστευτα κομμάτια, τη διασκευή στο Its allright Ma  του Dylan, και κυρίως στη" Μπαλλάντα του Ξένοιαστου Καβαλλάρη". Δεν θα καθήσω εδώ να γράψω για ταινίες και αν πράγματι ήταν επιδερμική η ταινία - όπως είχα διαβάσει κάπου, μπορεί να είχαν και δίκιο. Αυτό που με 'νοιαζε εμένα εκείνο το βράδυ, δεν ήταν από celluloid και κυρίως δεν ήταν "κάτι". Τέλος πάντων, άλλη ιστορία, καλύτερα να μην σκαλίζω τέτοια πράγματα νυχτιάτικα. Ας πούμε πως απ όλα εκείνα πια απέμεινε ένα σάουντρακ, κάποιες εικόνες και κάποιοι άνεμοι.
Δέκα χρόνια μετά, 1991, ζώντας σε άλλη φάση, βρίσκω στο τότε σταθερό δισκάδικο των βινυλιακών μου αναζητήσεων, το Back from Rio του McGuinn. Ομολογώ ότι δεν ήμουν απόλυτα θετικός στο να το αγοράσω, δύσκολη εποχή, όχι πολλά έσοδα, αδιόριστος, αλλά κυρίως κάποιες κριτικές σε προηγούμενα άλμπουμ του (όλες στα 2,5 - 3 αστεράκια στον Ήχο - και έδινα πολλή σημασία στα γραφόμενά του --το χουμε καταλάβει).
Τελικά, το πήρα. Όχι γιατί ήθελα ντε και καλά να αγοράσω κάτι, αλλά να, διάβασα ποιοι άλλοι έπαιζαν, ήταν και το άλμπουμ του Ρομπερτσον δυο χρόνια πριν που λέγαμε, ε!
Πάρα πολύ καλό άλμπουμ, που τη συγκεκριμένη εποχή έδεσε απόλυτα με πολλά πράγματα και καταστάσεις γύρω μου. Κάποια καλά κομμάτια, κάποια μέτρια, αλλά και κάποια αριστουργήματα που δεν έχουν ξεθωριάσει μέσα μου - και μάλλον δεν προβλέπεται πια.
Ξεχωρίζω το King of the Hill για πολλούς λόγους. Θα μπορούσα να βάλω την "Αγάπη σαν χρυσωρυχείο", το "Δίχως τον έρωτά σου" ή το προφητικό αριστούργημα "Αν ποτέ δεν ξανασυναντηθούμε"
Όμως, ο 'Βασιλιάς του Λόφου", γραμμένο μαζί με τον Τομ Πέττι, έχει κάτι τόσο στη μουσική αλλά κύρια στην ερμηνεία (όπου δίνει ρέστα στα δεύτερα φωνητικά ο Κρόσμπι - έχω τους δικούς μου αναμνησιακούς λόγους να ανατριχιάζω όποτε τον ακούω)
 Ήταν η εποχή που πίστεψα -λανθασμένα- ότι είχα φτάσει σε αυτό που λέμε "μέχρι δω". Στην καθημερινότητα που δεν δίνει τίποτε παραπάνω από τα απαραίτητα για την αυριανή μέρα, ούτε καν για την άλλη βδομάδα. Δεν μιλάω βέβαια για υλικά. Ειχα στερηθεί από όνειρα, κίνητρα και ελπίδες. Ήμουν απλώς "καλά" και αισθανόμουν έτσι ακριβώς. Σαν ενας μικρός βασιλιάς ενός ασήμαντου λόφου, ενός ανόητου σωρού απο ψεύτικα πράγματα, καθεφτάκια, που απλά τότε συνέχιζαν να τροφοδοτούν τον ύπνο μου.


L.A's asleep
You roll up your window
The night air is cold
The freeway is clear
In a green Gucci bag
Are your prized possessions
The jewels of your mind
To hold back the fear
And when Monday comes around
There's a high lonesome sound
And she follows you down for the kill
And a white blinding light
Makes it all seem so right
And you feel like the king of the hill
The driveway is long
Your princess is lovely
Your servants all wait
For your knock on the door
How many years
Will you crawl through the castle
So satisfied
And still wanting more
And when Monday comes around
There's a high lonesome sound
And she follows you down for the kill
And a white blinding light
Makes it all seem so right
And you feel like the king of the hill
The guests have arrived
With all the right faces
But you miss the ball
In that room down the hall
It's sunrise again
The driveway is empty
The crystal is cracked
There's blood on the wall
And when Monday comes around
There's a high lonesome sound
And she follows you down for the kill
And a white blinding light
Makes it all seem so right
And you feel like the king of the hill


Ειναι απίστευτο το τι σημαίνει πια αυτό το τραγούδι για μένα. Χαίρομαι όταν ξαναπερνάει απο τη ζωή μου μια και, εκτός απο την αξία του σαν άκουσμα ψυχής, μου κτυπάει πάντα και κάποιο καμπανάκι.
Και βέβαια, αν τελικά υπάρχει αυτός ο λόφος, απο τι είναι φτιαγμένος πια;

15/10/13

Μέρος 2ο: Αγάπη και Έλεος







Θέλεις γιατί ήταν πολύ "αμερικάνικο", πολύ "έξω από τα καθημερινά μου" ή ακόμη "λαλάδικο" (!)- όπως το είχαμε χαρακτηρίσει, μια καλή παρέα τότε - το Pet Sounds των Beach Boys δεν βρέθηκε ποτέ στη λίστα των επιθυμιών να ακουστεί πολύ στο παλιό μου καλό Φίλιπς. Και όταν αυτό σταμάτησε να είναι το μέσο ανάγνωσης των βινυλίων μου και το ρόλο αυτό ανέλαβε ο Ιάπωνας κος Τεχνικς, πάλι μια από τα ίδια.
Παρ' όλα αυτά πάντα μέσα στο μυαλό μου υπήρχε και πάντα εξακολουθεί να υπάρχει εκείνη η φοβερή και τρομερή λίστα του Ζήλου στον παλιό Ήχο (έχω ξαναγράψει και ενδεχομένως να ξαναξαναγραψω) μέσα στην οποία φιγουράριζε το άλμπουμ αυτό. Δικαιολογούσε φυσικά ο Αργύρης την επιλογή του (δεν θυμάμαι πια και είναι και λίγο δύσκολο να βρεθεί το τεύχος μετά από την καταστροφή που έπαθα πριν από 1,5 χρόνο, παραμονή του Θωμά, όταν πλημμύρισε το υπόγειο που ήταν ΟΛΑ τα τεύχη των αγαπημένων μου μουσικών περιοδικών... Το 90% είναι μη αναγνώσιμα πια και εγώ τα κρατώ και θα συνεχίσω να τα κρατώ, έτσι κατεστραμμένα, όσο γίνεται. Σαν να φυλάω στο υπόγειο το σκήνωμα μιας τεράστιας εποχής. Αναρωτιέμαι τι είναι πια αυτό.. Κόλλημα? Αρρώστια? Αγάπη? Διαστροφή? Σεβασμός?)
Η ιστορία μου με τους ΒΒ ξεκινάει σχετικά αργά, όταν κάποιο πρωινό πασχαλιάτικων διακοπών του '83, σε ένα δισκάδικο στην Κέρκυρα πέφτει το μάτι μου στο Surf's Up,  από τα τελευταία αξιόλογα άλμπουμ τους. "Εισαγωγής σε ελληνική τιμή", με την ετικέτα - για όσους θυμούνται με νοσταλγία - μειντ ιν χολλαντ (όλα τα ολλανδικά ήταν φτηνά) και με έντονη την πίκρα σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ - και τι εξώφυλλο... Όμως, με άφησε ασυγκίνητο. Το ένα μετά το άλλο, τα τραγούδια με άφηναν εντελώς αδιάφορο, σε σημείο που να κοιτώ και να ξανακοιτώ το εξώφυλλο αν πραγματικά ήταν οι ξακουστοί Μπιτς Μπόυς που τόσο συχνά τους ανέφερε ο Πετρίδης στα αφιερώματά του. Τίποτε. Μηδέν. Καμία αίσθηση. Ε, καλά τώρα, εντάξει υπερβάλλω, δεν ήταν και για πέταμα. Απλά, ίσως περίμενα πολλά παραπάνω.
Τρία χρόνια μετά, μου ήρθε από την Αγγλία, μέσα σε μια στενοχωρημένη σακούλα του HMV το Pet Sounds. Μια από τα ίδια, δυστυχώς. Βέβαια, υπήρχε ένα Sloop John B. που φέρνει τον ήλιο ότι ώρα και να ναι, ότι καιρό και να κάνει. Αλλά, γενικά, τα ίδια. Ε, δεν είχα και πολλή όρεξη να την ψάξω, ίσως ήταν και οι συνθήκες τέτοιες που δεν βοήθαγαν, δεν είχα φερθεί και καλά στον άνθρωπο που μου το έφερε (πάντα σ' ευχαριστώ Λιζ και χίλια συγγνώμη) και το Πετ Σαουντς πήγε σε μια κρυφή, σκοτεινή θέση στη δισκοθήκη, αταίριαστη με την υψηλή θέση που κατείχε στη λίστα του Ζήλου.
Και φτάνουμε αισίως στο 1988
Ο Brian Wilson έχοντας σε μεγάλο βαθμό αφήσει πίσω μια σειρά από σοβαρά προβλήματα υγείας - να μην τα γράψω εδώ, υπάρχουν άπειρες αναφορές - κυκλοφορεί το ομώνυμό του άλμπουμ.Διθύραμβοι στον Ήχο, αλλά και στο Ποπ κ Ροκ, πολλά αστέρια, αλλά εγώ είχα μουλαρώσει.
Η πλάκα είναι ότι είχα δει το άλμπουμ στις "Μούσες", το δισκάδικο στο οποίο κατά κανόνα ικανοποιούσα τις βινυλιακές μου ανάγκες. Ακόμη και τώρα όταν περνώ από κει, κάνουμε ωραίες κουβέντες τόσο με τον Τάκη και περισσότερο παλιότερα με την αδελφή του την Αλεξάνδρα, τα παιδιά που το είχαν και το έχουν και θυμόμαστε εκείνες τις εποχές με νοσταλγία...
Και αυτό ήταν εισαγωγής σε περιορισμένα αντίτυπα και ελληνική τιμή (γύρω στο 500ρικο - ακριβό για τότε). Το πήρα στα χέρια μου, θυμήθηκα όλα τ΄ άλλα που έγραψα παραπάνω και ...
... το άφησα στη θέση του.
Πήρα φυσικά κάτι άλλο - δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή τι, ίσως κάποτε να το θυμηθώ, αλλά δεν στεναχωρήθηκα. Ούτε ακόμη όταν ο καλός μου φίλος ο Αντρέας ο Σγούρος βρίσκοντάς με κάποιο μεσημέρι έξω μου έκανε κουβέντα ακριβώς για το άλμπουμ αυτό, λέγοντας τα καλύτερα λόγια.
Όμως, ήταν 1988 -ίσως αρχές 89- και η ζωή μου ήταν εγκλωβισμένη λες και κάποιοι αδιέξοδοι τοίχοι είχαν υψωθεί επικίνδυνα γύρω μου, μην αφήνοντας καθόλου αέρα να περάσει.
Έχασα πολλά εκείνη την εποχή και δεν είχε φτάσει ακόμη το τέλος της και το υποψιαζόμουν. Δεν μπορώ φυσικά να αρχίσω να γράφω άλλες προσωπικές ιστορίες από τότε, μια και δεν είναι σωστό να κατηγορείς ανθρώπους και καταστάσεις που δεν είναι εδώ. Φυσικά, κέρδισα και πολλά, αν θεωρείται κέρδος η απόκτηση εμπειριών (εμπειρία: συνήθως έτσι βαφτίζουμε τις μαλακίες μας).
Μουσική, όμως, που είναι η μουσική;
Ναι, παρασύρθηκα..
Εδώ και λίγα χρόνια σε μια περίεργη κρίση βινυλιοσυνειδησιακή, αποφάσισα να βρω το ομώνυμο αυτό άλμπουμ του Γουίλσον. Έτσι κι αλλιώς δεν το είχα πετύχει σε κάποιο δισκάδικο, 20 χρόνια τώρα (20!).
Το κατέβασα σχετικά εύκολα και .... η ίδια αίσθηση.. Κατάλαβα ότι τελικά, δεν.
Δεν υπήρχε κάποιος κρίκος που να με συνδέει με το φαινόμενο Μπιτς Μπους - Μπράιαν Γουίλσον. Οριστικά.
Το ίδιο βράδυ ξάπλωσα, αλλά κάποια μελωδία συνεχώς ερχόταν στο μυαλό μου. Το ίδιο και την άλλη μέρα. Κάθε μέρα ακούω πάνω από 4-5 άλμπουμ (κλασική, τζαζ, ροκ, φολκ) την ώρα που μελετώ ή ετοιμάζω υλικό για το σχολείο. Μα, αυτή η μελωδία?
Έ! ήταν το Love and Mercy, μαντέψτε από που....

 

Στα 2:54 λεπτά του δίνει τόσα πολλά που είναι πραγματικά απίστευτο του πόσο δυνατό τραγούδι είναι τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Ξέθαψα από τη μνήμη μου χιλιάδες λέξεις, στενοχώριες, χαρές, φόβους, ανησυχίες, άγχη, κλάματα, γέλια, τσακωμούς, αγάπες και φυσικά από τη δισκοθήκη τα άλμπουμ των ΒΒ  για να τα ξανακούσω.
Δεν μου έκαναν τη χάρη να με συγκινήσουν - ούτε τώρα, ακόμη μια φορά, είναι να μη σου τύχει τελικά - αλλά δώσαμε ραντεβού ξανά σε λίγα χρόνια.
Πρέπει να έχεις τέτοιους καλούς φίλους τελικά, που να τους συναντάς τόσο αραιά. Όχι για να στοιχειώνουν την κάθε μέρα σου, αλλά για να σου θυμίζουν τα λάθη σου.
Έτσι ώστε, αν τυχόν τα ξανακάνεις ή έστω απλά τα θυμηθείς, να ξέρεις ότι κάποιος θα είναι εκεί να σου τα τραγουδά
Χωρίς έλεος..


I was sittin' in a crummy movie with my hands on my chin
Oh the violence that occurs seems like we never win
Love and mercy that's what you need tonight
So, love and mercy to you and your friends tonight
I was lyin' in my room and the news came on T.V.
A lotta people out there hurtin' and it really scares me
Love and mercy that's what you need tonight
So, love and mercy to you and your friends tonight
I was standin' in a bar and watchin' all the people there
Oh the lonliness in this world well it's just not fair
Oooooo-ooooooo-ooooooo
Oooooo-ooooooo-ooooooo-ooooooo-ooooooo
Ahhhhh-ahhhhhh-ahhhhhh-ohhhhhh-ohhhhhh
Hey love and mercy that's what you need tonight
So, love and mercy to you and your friends tonight
Love and mercy that's what you need tonight
Love and mercy tonight
Love and mercy

14/8/13

MΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟ ΤΕΣΣΕΡΑ (Ή ΜΗΠΩΣ ΠΕΝΤΕ?) ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΑ ΧΡΟΝΙΑ - Μέρος 1ο: Φυτεύοντας λουλούδια στο χιόνι



Απόψε, μετά από απουσία ενάμιση χρόνου, ξεκινά ένα αφιέρωμα σε τρία - καθένα για τους δικούς του λόγους - σημαντικά άλμπουμ της πενταετίας που ξεκίνησε το 1987 και ολοκληρώθηκε τέλη ΄91 αρχές ΄92.  Καταλαβαίνει κανείς ότι ο ορισμός αυτής της πενταετίας είναι αυθαίρετος και σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό προσωπικός. Το γιατί, μπορεί να φανεί παρακάτω. Μπορεί.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, η μουσική είναι κυρίως αυτή που μας ενδιαφέρει εδώ, οπότε ας ξεκινήσουμε με μικρά βήματα με τον πρώτο καλεσμένο που δεν είναι άλλος από τον εξαιρετικό κύριο Robbie Robertson, ιδρυτικό μέλος, κιθαρίστα και στιχουργό των The Band, του τεράστιου αυτού συγκροτήματος που εδώ στην Ελλάδα δεν είχε ίσως την εκτίμηση που πραγματικά άξιζε. Παραμονή της 28ης Οκτωβρίου του 87, κυκλοφόρησε το ομώνυμο προσωπικό του LP, με μια σειρά από πραγματικά διαμάντια. Με εξαιρετική παραγωγή (λέγε με και Daniel Lanois) και με εντυπωσιακή παρέα (πρέπει να είναι μια από τις λίγες φορές που δεν με ενοχλεί η συμμετοχή των υπερφίαλων U2 - η άλλη είναι το Joshua Tree των Eno - Lanois που παίζουν οι U2 --κακία ήταν αυτή, ναι!), ακούγεται με τεράστιο ενδιαφέρον από την αρχή έως το τέλος. 
Το άλμπουμ, ελέω της τότε WEA, κυκλοφόρησε πολύ γρήγορα στην Ελλάδα, αν δεν με απατά η μνήμη μου πρέπει να το είχα αγοράσει μέσα στα γενέθλιά μου, τέλη Νοέμβρη. Ήμουν πολύ πρεσσαρισμένος τότε, θυμάμαι. Ήδη ένα χρόνο απολυμένος από τον στρατό και με ελάχιστες "επαγγελματικές προοπτικές". Ναι, είχα το πτυχίο μου, αλλά μέχρι εκεί. Κάποια - λίγα - παιδιά της γειτονιάς μου, για μερικά μαθήματα, δυο τρία ακόμη που ήρθαν μετά και έως εκεί. Πήγα, είναι η αλήθεια μερικές φορές στη διεύθυνση δευτεροβάθμιας να δω τη ..σειρά διορισμού μου και με έπιανε κατάθλιψη. Δεν μπορούσα από την άλλη να μένω με τους γονείς μου συνέχεια, ήμουν και 27 χρονών γαϊδούρι και όσο και να ναι είχα την ανάγκη να ζήσω πέρα από την απλή επιβίωση. Μα, ήταν τόσο πολύ άσχημα τα πράγματα τότε; Όχι. Κατηγορηματικά όχι, όπως τώρα τουλάχιστον. Μπορούσα να ψάξω πολύ για ιδιαίτερα, να τυπώσω κάρτες (όπως έκαναν πολλοί φίλοι τότε), να βρω κάποιους συναδέλφους να κάνουμε μια φροντιστηριακή ομάδα (όπως επίσης έκαναν πολλοί τότε), να δώσω εξετάσεις σε κάποιο φορέα κλπ.  
Σε καμία περίπτωση όμως αυτό το τωρινό. Αυτό που βιώνει τόσος κόσμος πια, αυτή τη θλιβερή και βίαιη αβεβαιότητα που δεν μπορεί κανείς να προβλέψει πότε, που και κυρίως πως θα εκτονωθεί. Αυτό που βιώνει ο αδελφός μου το τελευταίο δίμηνο, απολυμένος από την 11η Ιουνίου, μαζί με τους άλλους συναδέλφους του της ΕΡΑ Κέρκυρας, έχοντας συν τοις άλλοις να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα σχόλια περί δημοσίων υπαλλήλων (όλοι μαζί στο τσουβάλι φυσικά).
Κατάντια φίλοι μου. Κατάντια
Όχι, τότε τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Δεν είχε γίνει και τόσο έντονη η νεοελληνική σήψη, δεν είχε ακόμη αρχίσει ο πόλεμος του λαιφ σταιλ και των γελοίων προτύπων και η συστηματική τους προβολή από τα ΜΜΕ. Και κάποιος που έψαχνε να βρει δουλειά, όλο και κάτι κατάφερνε. Πιθανόν φυσικά να αδικώ αρκετούς και μάλιστα και φίλους μου που να είχαν άλλα όνειρα, αλλά σε γενικές γραμμές κάπως έτσι ήταν. Ήταν δύσκολη εποχή - το ΄παμε- αλλά από το χαρτζιλίκι που έβγαζα από αυτά τα λίγα μαθήματα, πολύ τακτικά όλο και κάποιο δισκάκι αγόραζα (εντάξει, κάθε 15 μέρες 2 ή 3)
Και μέσα σε όλα αυτά, ο κύριος Ρόμπι Ρόμπερτσον. Θυμάμαι πως γύρναγε πάνω στο παλιό μου φίλιπς το βινύλιο, την πολύ καλή του εγγραφή, αλλά κυρίως το συναίσθημα που έβγαινε μέσα από τα αυλάκια του. Την εποχή εκείνη είχα κάνει μια ωραία βουτιά στην γκαραζοψυχεδελική αναβίωση των 80s αλλά δεν μπορούσα να μην παραδεχτώ τη φοβερή δουλειά του. Και κάποια από τα κομμάτια με καλούσαν συστηματικά να τα ξανακούσω. 
Όπως το Fallen Angel, όπου έχει σημαντική συμμετοχή ο μεγάλος Peter Gabriel (το κομμάτι είναι λες κι έχει βγει από το So) αφιερωμένο στον αγαπημένο του φίλο Richard Manuel που ένα χρόνο πριν είχε φύγει μετά από μια βλακώδη νύχτα γεμάτη Γκραν Μαρνιε και κοκαΐνη. Πολλά για την τραγική αυτή ιστορία λέει εδώ.



Are you out there
Can you hear me
Can you see me in the dark
I don't believe it's all for nothing
It's not just written in the sand
Sometimes I thought you felt too much
And you crossed into the shadowland
And the river was overflowing
And the sky was fiery red
You gotta play the hand that's dealt ya
That's what the old man always said
Fallen Angel
Casts a shadow up against the sun
If my eyes could see
The spirit of the chosen one
In my dream the pipes were playing
In my dream I lost a friend
Come down Gabriel and blow your horn
'Cause some day we will meet again
Fallen Angel
Casts a shadow up against the sun
If my eyes could see
The spirit of the chosen one
All the tears
All the rage
All the blues in the night
If my eyes could see
You kneeling in the silver light
Fallin', fallin', fallin' down
Fallin', fallin' down
Fallin', fallin', fallin' down
Fallin', fallin' down
Fallen Angel
Casts a shadow up against the sun
If my eyes could see
The spirit of the chosen one
All the tears
All the rage
All the blues in the night
If my eyes could see
You kneeling in the silver light
If you're out there can you touch me
Can you see me I don't know
If you're out there can you reach me
Lay a flower in the snow

Δέθηκα πολύ με αυτό το άλμπουμ. Όχι με την εποχή του. Αν και τωρα που το καλοσκέφτομαι, ήταν η εποχή που έκανα όνειρα. Πολλά. Ο επόμενος καλεσμένος ίσως αποδειχθεί πιο κατατοπιστικός

....Αφιερώνω αυτή την ανάρτηση στη μνήμη της γλυκιάς και αιώνιας αγαπημένης Karen Black....

31/12/11

ΕΝΑ ΠΙΣΤΟΛΙ ΔΡΟΜΟΣ


Ένα μοναδικό δώρο μου φύλαγε για τα γενέθλιά μου του ’83 ο αδελφικός μου φίλος, ο Σπύρος Χυτήρης. Σπουδάζοντας στην Αθήνα τότε, ο Σπύρος είχε τη χαρά, την τύχη και την ευκαιρία να βλέπει αρκετές από τις συναυλίες που γίνονταν εκεί, αλλά κυρίως να ενημερώνεται άμεσα μέσω πολύ καλών του φίλων για ότι καινούργιο έβγαινε εκείνη την εποχή. Και, το πιο σπουδαίο απ’ όλα, να μπορεί να βρίσκει κάποιους δίσκους που ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεθούν στα Γιάννενα (του τότε) ή ακόμη περισσότερο στην Κέρκυρα. Τα περισσότερα απο αυτά τα ακούσματα τα μοιραζόταν και εξακολουθεί να τα μοιράζεται με τους φίλους του. Έτσι, όταν εμφανίστηκε στο σπίτι εκείνο το μεσημέρι κρατώντας ένα κουτάκι, ήμουν σίγουρος πως επρόκειτο για κάτι πολύ σπουδαίο.
Σε ένα περιτύλιγμα που ξέφευγε από τα όρια της κριτικής και φλέρταρε με αυτά του κομψοτεχνήματος, η κασέτα είχε δυο από τα απόλυτα φετίχ της εποχής.
Θα ασχοληθούμε απόψε, παραμονή πρωτοχρονιάς, με το ένα:
Τα άλμπουμ – ιεροτελεστία των Gun Club, “Fire of Love” (1981) και “Miami” (1982). Το πρώτο, το έλιωσα στην κυριολεξία, μέχρι που όταν βρέθηκα με τη σειρά μου στην Αθήνα για τη θητεία μου φρόντισα –κάπου προς το τέλος της- να τα πάρω και σε βινύλιο (για να το λιώσω κι αυτό). Το Fire of Love είχε όλα αυτά που ανέβαζαν τους σφυγμούς μου ή αν προτιμάτε, ταίριαζαν με κάτι που για τα δικά μου αυτιά τότε οριζόταν ως πάθος (She is like Heroine to me), οργή (For the love of Ivy), περιπέτεια (Ghost in the Highway, Black Train). Και μόνο αυτά; Όχι βέβαια. Από τα άλμπουμ που από το πρώτο κιόλας τραγούδι σε ξεσηκώνουν και σε προειδοποιούν ότι τα επόμενα σαράντα λεπτά θα είναι πολύ συναρπαστικά. Θα είχε ενδιαφέρον αν μέτραγε κανείς τους σφυγμούς του πριν και μετά το άλμπουμ. Επίσης να σημειώσω ότι είναι από τους δίσκους που πρέπει να αποφεύγει κανείς κατά την οδήγηση.
Κατά κανόνα, αυτό ήταν και το άλμπουμ που μου άρεσε περισσότερο. Τότε. Μάλιστα, σε 1 – 2 μπαράκια από αυτά που σύχναζα στην Αθήνα, κάποια τραγούδια από κει (λέγε με Sex Beat) ήταν στο τακτικό «μενού».
Το Miami από την άλλη, μου φαινόταν πολύ «βαρύ» ή καλύτερα πιο «μυστήριο» και ΄γω δεν είχα τη διάθεση να αναζητήσω άλλες περιπέτειες μέσα σε αυτό. Μου αρκούσε (πολύ κακή λέξη) το σκοτάδι, η μαυρίλα της βρετανικής σκηνής που μου άρεσε πολύ τότε. (Με το επόμενο επίσημο άλμπουμ των GC το Las Vegas Story, ξεκαθάρισε και η εικόνα που έμελε να έχω πια για τον σπουδαίο –συγχωρεμένο, δυστυχώς, σε μια ατέλειωτη σειρά θυσίας στο βωμό των οπιοειδών – Jeffrey Lee Pierce. Μια εικόνα που με την πάροδο των ετών αντί να ξεθωριάζει γίνεται όλο και πιο λαμπρή)
Το “Miami” λοιπόν. Ένα πολύ ώριμο άλμπουμ, λίγο διαφορετικό από το πρώτο και πιο συγκρατημένο. Αυτά θα έλεγε ένας μουσικοκριτικός αν ξαφνικά του άφηναν στο γραφείο του 50 άλμπουμ για κριτική του επόμενου τεύχους. Ίσως, αυτό να σκεπτόμουν κατά βάθος κι εγώ όταν το άκουγα, τότε, τη δεκαετία του 80, μέσα από τις δικές μου – λίγες – μουσικές εμπειρίες. Δεν είναι έτσι, όμως.
Ή μάλλον, είναι έτσι, αλλά…
Εδώ, έχουμε να κάνουμε με κάτι που θα σκαρφιζόταν το φεγγάρι να τραγουδήσει κάποιο βράδυ που η σκιά της Γης θα το έκρυβε από τον ουρανό. Η κραυγή της έρημης πόλης. Ένα άλμπουμ που κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες αυτών που κατόρθωσαν να το κάνουν «δικό τους». Ποιοι είναι αυτοί? Έχει σημασία;
Από το Μαϊάμι λοιπόν, το τελευταίο αριστούργημα του δίσκου, το αλληγορικό “Mother of Earth” (δεν είναι οικολογικό τραγούδι φυσικά).



Ι've gone down the river of sadness
I've gone down the river of pain
in the dark, under the wires.
I hear them call my name
I gave you the key to the highway
and the key to my motel door
and I'm tired of leaving and leaving
so, I won't come back no more
Oh, my dark-eyed friend
I'm recalling you again
soft voices that speak nothing
speak nothing to the end
Oh, Mother of Earth
the blind they call
but, yet stay behind the wall
their sadness grows like weeds
upon my thighs and knees
Oh, Mother of Earth
the wind is hot
I tried my best, but I could not
and my eyes fade from me
in this open country

Πριν από μερικά χρόνια, σε μια από τις περιηγήσεις μου στα μέρη που μεγάλωσε ο πατέρας μου και για τα οποία τόσα έχω γράψει εδώ – πικρά κατά κανόνα – έτυχε να έχω στο αυτοκίνητο εκείνη την κασέτα (ένα αντίγραφό της). Φυσικά και υπάρχει ακόμη η κασέτα, με την αρχική της συσκευασία και με την πρώτη ευκαιρία θα ανεβεί και η φωτογραφία της. Έφτασα μέχρι σχεδόν το Φλαμπουράρι, κατέβηκα σχεδόν μέχρι τη Μονή Βουτσάς και τελικά πήρα το δρόμο της επιστροφής μια και άρχισε να σουρουπώνει και ο δείκτης της βενζίνης είχε πάρει πολλή κλίση προς τα αριστερά. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να ταιριάξει τόσο πολύ το ζεστό Μαϊάμι με το κρύο του Ανατολικού Ζαγορίου και η μουσική της ερήμου με το γεμάτο πεύκα και έλατα τοπίο γύρω μου.
Επιστρέφοντας στην Κέρκυρα, το συζήτησα με τον πατέρα μου (χωρίς Gun Club και λοιπά). Και μου διηγήθηκε μια ιστορία:
Ήταν αρχές του χειμώνα του ’44. Οι Γερμανοί είχαν ήδη φύγει από την Ήπειρο, όμως είχαν αρχίσει τα Δεκεμβριανά, και τα χιόνια είχαν καλύψει για τα καλά όλη την περιοχή. Τα σπίτια του χωριού, μέσα σε αυτά και του παππού μου, καμένα κατά 90%. Ο θάνατος με τις εικόνες του, πολύ πρόσφατος. Ο πατέρας μου 16 χρονών τότε, με τους γονείς του να έχουν επιστρέψει από το δάσος όπου είχαν βρει καταφύγιο, μια και σπίτι δεν υπήρχε πια, ξεκίνησε ένα πρωί, να φέρει αλεύρι από το μύλο, όπως του ζήτησε η γιαγιά μου. Έμεναν πλέον σε μια παράγκα που είχε φτιάξει ο παππούς μου, στη θέση του σπιτιού, και στην οποία είχαν βρει καταφύγιο μεταξύ των άλλων, μια εγκυκλοπαίδεια - του γιατρού γείτονα Ρογκότη - και οι σέλες της κυρίας Τζώρτζη (που φοβόταν μη τις κλέψουν για να φτιάξουν σόλες για παπούτσια..). Η παράγκα είχε συρόμενη είσοδο - για εξοικονόμηση χώρου. Α, ρε μπαρμπα Σωτήρη..
Στο δρόμο για το μύλο, εμφανίζεται κάποιος με κάπα που από κάτω φαινόταν στρατιωτική στολή, βρετανική, χωρίς διακριτικά, αλλά ο πατέρας μου αναγνώρισε ότι ήταν στολή αξιωματικού. Τον ρώτησε που είναι η Μονή Βουτσάς. Ο πατέρας μου του έδειξε «εκεί κάτω, φαίνεται και ο καπνός». Ο άγνωστος του ρώτησε πως θα πάει, ο πατέρας μου του έδειξε το μονοπάτι, οπότε αυτός του είπε: «θα με πας εκεί».


Ο πατέρας μου αρνήθηκε ευγενικά «δεν μπορώ κύριε, τα παπούτσια μου είναι τρύπια και το χιόνι με έχει ήδη παγώσει». Ο άγνωστος, επανέλαβε την φράση του, μόνο που τώρα είχε βγάλει και ένα πιστόλι και το είχε βάλει στον κρόταφο του ταλαιπωρημένου από τον πόλεμο έφηβου. Έτσι, σαν σκηνή βγαλμένη από ταινία του Αγγελόπουλου, ένα παιδί μπροστά και ένας οπλισμένος άντρας πίσω να ακολουθεί με το πιστόλι προτεταμένο έχοντας την έγνοια μην τυχόν κι αυτός ο πιτσιρίκος που έτρεμε και από το κρύο αλλά και από την απειλή του περιστρόφου, τον πάει σε κάποια παγίδα. Φτάνοντας στη Μονή, ο πατέρας μου δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο ξένος θα τον σκότωνε για να μην έχει μάρτυρες. «Εξαφανίσου πριν αλλάξω γνώμη» του είπε μέσα από τα δόντια και μπήκε στο μοναστήρι. Στην επιστροφή, τα άκουσε και από τη γιαγιά μου γιατί – φυσικά – είχε ξεχάσει το αλεύρι και γιατί τα παπούτσια είχαν διαλυθεί τελείως και ήταν ξυπόλυτος στο χιόνι.
Πέρασαν μερικοί μήνες. Από τους πιο οδυνηρούς στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Στο χωριό, από καιρό σε καιρό έκαναν την εμφάνισή τους άλλοτε αποσπάσματα παρακρατικών, άλλοτε στρατού και -πολύ πιο σπάνια- αριστερών ενόπλων (εποχή λίγο πριν τη συμφωνία της Βάρκιζας). Ουσιαστικά, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών περισσότερο. Κάποια μέρα, ο πατέρας μου βρήκε ένα πιστόλι παλιό, Browning όπως θυμάται, που το είχε ο παππούς Σωτήρης για ασφάλεια όταν πήγαινε στα δάση, μην τυχόν και του έκανε επίθεση καμιά αγέλη λύκων, που εκείνα τα χρόνια έκαναν τακτικές εμφανίσεις, παρασυρμένοι – ίσως – από τα δίποδα αρπακτικά με τις γκρίζες στολές και το έμβλημα με το εντελβαις στο καπέλο. Το μπραουνινγκ δεν πρέπει να είχε ρίξει ποτέ και ήταν σκουριασμένο. Το παίρνει μαζί του ο πατέρας μου και πάει για να το δείξει στους συνομήλικους του και στο δρόμο τον σταματά ένα απόσπασμα του στρατού, που είχε μαζέψει αρκετούς «υπόπτους» για συνεργασία με τους αριστερούς. Τους οδήγησαν όλους στην εκκλησία του χωριού – της Παναγίας – και άρχισαν την ανάκριση. Τι είναι αυτό το όπλο; Δεν δουλεύει, έτσι το είχα, μίλα ρε κωλοπαιδο, αλήθεια λέω. Πολύ σύντομα εμφανίστηκε ο παππούς που δήλωσε «κύριε υπολοχαγέ, δικό μου είναι, το έχω για εκφοβισμό και για το δάσος. Αν μου ορμήσουν λύκοι θα έρθετε εσείς;». Θες που το όπλο ήταν άχρηστο, θες που ο χαφιές του χωριού μάλλον τον είχε ανάγκη τον παππού μου, έκλεισε το μάτι στον έξαλλο αξιωματικό και ο πατέρας μου επέστρεψε στο πρόχειρο σπίτι και έφαγε το ξύλο του – σε δυο δόσεις. Τα άλλα παιδιά που έπιασαν τα άφησαν μετά από 5-6 ώρες, εκτός από έναν 18χρονο που βρήκαν πάνω του 2 σφαίρες (από γερμανικά όπλα που είχαν πάθει εμπλοκή κατά την περίοδο της καταστροφής του χωριού..) τον σάπισαν στο ξύλο και ακόμη και τώρα όταν τα θυμάται ο πατέρας μου βουρκώνει. Μου έχει πει κι άλλες ιστορίες, αλλά απόψε την τιμητική τους είχαν τα όπλα. Τα είπα όλα;


Όχι, φυσικά.
Ελπίζω να ειμαι περισσοτερο συνεπής αυτη τη φορά και η επόμενη ανάρτηση να μη χρειαστεί άλλους τόσους μήνες. Ετσι, αφήνω και κατι για "του χρόνου", ευχόμενος σε όλο τον κόσμο να έχει υγεία, παιδεία, υπομονή και μνήμη, ετσι ωστε η ζωή μας να μην γίνει ποτέ "ένα πιστόλι δρόμος"

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ
 

Free Blog Counter
Poker Blog