31/12/11

ΕΝΑ ΠΙΣΤΟΛΙ ΔΡΟΜΟΣ


Ένα μοναδικό δώρο μου φύλαγε για τα γενέθλιά μου του ’83 ο αδελφικός μου φίλος, ο Σπύρος Χυτήρης. Σπουδάζοντας στην Αθήνα τότε, ο Σπύρος είχε τη χαρά, την τύχη και την ευκαιρία να βλέπει αρκετές από τις συναυλίες που γίνονταν εκεί, αλλά κυρίως να ενημερώνεται άμεσα μέσω πολύ καλών του φίλων για ότι καινούργιο έβγαινε εκείνη την εποχή. Και, το πιο σπουδαίο απ’ όλα, να μπορεί να βρίσκει κάποιους δίσκους που ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρεθούν στα Γιάννενα (του τότε) ή ακόμη περισσότερο στην Κέρκυρα. Τα περισσότερα απο αυτά τα ακούσματα τα μοιραζόταν και εξακολουθεί να τα μοιράζεται με τους φίλους του. Έτσι, όταν εμφανίστηκε στο σπίτι εκείνο το μεσημέρι κρατώντας ένα κουτάκι, ήμουν σίγουρος πως επρόκειτο για κάτι πολύ σπουδαίο.
Σε ένα περιτύλιγμα που ξέφευγε από τα όρια της κριτικής και φλέρταρε με αυτά του κομψοτεχνήματος, η κασέτα είχε δυο από τα απόλυτα φετίχ της εποχής.
Θα ασχοληθούμε απόψε, παραμονή πρωτοχρονιάς, με το ένα:
Τα άλμπουμ – ιεροτελεστία των Gun Club, “Fire of Love” (1981) και “Miami” (1982). Το πρώτο, το έλιωσα στην κυριολεξία, μέχρι που όταν βρέθηκα με τη σειρά μου στην Αθήνα για τη θητεία μου φρόντισα –κάπου προς το τέλος της- να τα πάρω και σε βινύλιο (για να το λιώσω κι αυτό). Το Fire of Love είχε όλα αυτά που ανέβαζαν τους σφυγμούς μου ή αν προτιμάτε, ταίριαζαν με κάτι που για τα δικά μου αυτιά τότε οριζόταν ως πάθος (She is like Heroine to me), οργή (For the love of Ivy), περιπέτεια (Ghost in the Highway, Black Train). Και μόνο αυτά; Όχι βέβαια. Από τα άλμπουμ που από το πρώτο κιόλας τραγούδι σε ξεσηκώνουν και σε προειδοποιούν ότι τα επόμενα σαράντα λεπτά θα είναι πολύ συναρπαστικά. Θα είχε ενδιαφέρον αν μέτραγε κανείς τους σφυγμούς του πριν και μετά το άλμπουμ. Επίσης να σημειώσω ότι είναι από τους δίσκους που πρέπει να αποφεύγει κανείς κατά την οδήγηση.
Κατά κανόνα, αυτό ήταν και το άλμπουμ που μου άρεσε περισσότερο. Τότε. Μάλιστα, σε 1 – 2 μπαράκια από αυτά που σύχναζα στην Αθήνα κάποια τραγούδια από κει (λέγε με Sex Beat) ήταν σε τακτική «εμφάνιση».
Το Miami από την άλλη, μου φαινόταν πολύ «βαρύ» ή καλύτερα πιο «μυστήριο» και ΄γω δεν είχα τη διάθεση να αναζητήσω άλλες περιπέτειες μέσα σε αυτό. Μου αρκούσε (πολύ κακή λέξη) το σκοτάδι, η μαυρίλα της βρετανικής σκηνής που μου άρεσε πολύ τότε. (Με το επόμενο επίσημο άλμπουμ των GC το Las Vegas Story, ξεκαθάρισε και η εικόνα που έμελε να έχω πια για τον σπουδαίο –συγχωρεμένο, δυστυχώς, σε μια ατέλειωτη σειρά θυσίας στο βωμό των οπιοειδών – Jeffrey Lee Pierce. Μια εικόνα που με την πάροδο των ετών αντί να ξεθωριάζει γίνεται όλο και πιο λαμπρή)
Το “Miami” λοιπόν. Ένα πολύ ώριμο άλμπουμ, λίγο διαφορετικό από το πρώτο και πιο συγκρατημένο. Αυτά θα έλεγε ένας μουσικοκριτικός αν ξαφνικά του άφηναν στο γραφείο του 50 άλμπουμ για κριτική του επόμενου τεύχους. Ίσως, αυτό να σκεπτόμουν κατά βάθος κι εγώ όταν το άκουγα, τότε, τη δεκαετία του 80, μέσα από τις δικές μου – λίγες – μουσικές εμπειρίες. Δεν είναι έτσι, όμως.
Ή μάλλον, είναι έτσι, αλλά…
Εδώ, έχουμε να κάνουμε με κάτι που θα σκαρφιζόταν το φεγγάρι να τραγουδήσει κάποιο βράδυ που η σκιά της Γης θα το έκρυβε από τον ουρανό. Η κραυγή της έρημης πόλης. Ένα άλμπουμ που κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες αυτών που κατόρθωσαν να το κάνουν «δικό τους». Ποιοι είναι αυτοί? Έχει σημασία;
Από το Μαϊάμι λοιπόν, το τελευταίο αριστούργημα του δίσκου, το αλληγορικό “Mother of Earth” (δεν είναι οικολογικό τραγούδι φυσικά).



Ι've gone down the river of sadness
I've gone down the river of pain
in the dark, under the wires.
I hear them call my name
I gave you the key to the highway
and the key to my motel door
and I'm tired of leaving and leaving
so, I won't come back no more
Oh, my dark-eyed friend
I'm recalling you again
soft voices that speak nothing
speak nothing to the end
Oh, Mother of Earth
the blind they call
but, yet stay behind the wall
their sadness grows like weeds
upon my thighs and knees
Oh, Mother of Earth
the wind is hot
I tried my best, but I could not
and my eyes fade from me
in this open country

Πριν από μερικά χρόνια, σε μια από τις περιηγήσεις μου στα μέρη που μεγάλωσε ο πατέρας μου και για τα οποία τόσα έχω γράψει εδώ – πικρά κατά κανόνα – έτυχε να έχω στο αυτοκίνητο εκείνη την κασέτα (ένα αντίγραφό της). Φυσικά και υπάρχει ακόμη η κασέτα, με την αρχική της συσκευασία και με την πρώτη ευκαιρία θα ανεβεί και η φωτογραφία της. Έφτασα μέχρι σχεδόν το Φλαμπουράρι, κατέβηκα σχεδόν μέχρι τη Μονή Βουτσάς και τελικά πήρα το δρόμο της επιστροφής μια και άρχισε να σουρουπώνει και ο δείκτης της βενζίνης είχε πάρει πολλή κλίση προς τα αριστερά. Ομολογώ ότι δεν περίμενα να ταιριάξει τόσο πολύ το ζεστό Μαϊάμι με το κρύο του Ανατολικού Ζαγορίου και η μουσική της ερήμου με το γεμάτο πεύκα και έλατα τοπίο γύρω μου.
Επιστρέφοντας στην Κέρκυρα, το συζήτησα με τον πατέρα μου (χωρίς Gun Club και λοιπά). Και μου διηγήθηκε μια ιστορία:
Ήταν αρχές του χειμώνα του ’44. Οι Γερμανοί είχαν ήδη φύγει από την Ήπειρο, όμως είχαν αρχίσει τα Δεκεμβριανά, και τα χιόνια είχαν καλύψει για τα καλά όλη την περιοχή. Τα σπίτια του χωριού, μέσα σε αυτά και του παππού μου, καμένα κατά 90%. Ο θάνατος με τις εικόνες του, πολύ πρόσφατος. Ο πατέρας μου 16 χρονών τότε, με τους γονείς του να έχουν επιστρέψει από το δάσος όπου είχαν βρει καταφύγιο, μια και σπίτι δεν υπήρχε πια, ξεκίνησε ένα πρωί, να φέρει αλεύρι από το μύλο, όπως του ζήτησε η γιαγιά μου. Έμεναν πλέον σε μια παράγκα που είχε φτιάξει ο παππούς μου, στη θέση του σπιτιού, και στην οποία είχαν βρει καταφύγιο μεταξύ των άλλων, μια εγκυκλοπαίδεια - του γιατρού γείτονα Ρογκότη - και οι σέλες της κυρίας Τζώρτζη (που φοβόταν μη τις κλέψουν για να φτιάξουν σόλες για παπούτσια..). Η παράγκα είχε συρόμενη είσοδο - για εξοικονόμηση χώρου. Α, ρε μπαρμπα Σωτήρη..
Στο δρόμο για το μύλο, εμφανίζεται κάποιος με κάπα που από κάτω φαινόταν στρατιωτική στολή, βρετανική, χωρίς διακριτικά, αλλά ο πατέρας μου αναγνώρισε ότι ήταν στολή αξιωματικού. Τον ρώτησε που είναι η Μονή Βουτσάς. Ο πατέρας μου του έδειξε «εκεί κάτω, φαίνεται και ο καπνός». Ο άγνωστος του ρώτησε πως θα πάει, ο πατέρας μου του έδειξε το μονοπάτι, οπότε αυτός του είπε: «θα με πας εκεί».


Ο πατέρας μου αρνήθηκε ευγενικά «δεν μπορώ κύριε, τα παπούτσια μου είναι τρύπια και το χιόνι με έχει ήδη παγώσει». Ο άγνωστος, επανέλαβε την φράση του, μόνο που τώρα είχε βγάλει και ένα πιστόλι και το είχε βάλει στον κρόταφο του ταλαιπωρημένου από τον πόλεμο έφηβου. Έτσι, σαν σκηνή βγαλμένη από ταινία του Αγγελόπουλου, ένα παιδί μπροστά και ένας οπλισμένος άντρας πίσω να ακολουθεί με το πιστόλι προτεταμένο έχοντας την έγνοια μην τυχόν κι αυτός ο πιτσιρίκος που έτρεμε και από το κρύο αλλά και από την απειλή του περιστρόφου, τον πάει σε κάποια παγίδα. Φτάνοντας στη Μονή, ο πατέρας μου δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο ξένος θα τον σκότωνε για να μην έχει μάρτυρες. «Εξαφανίσου πριν αλλάξω γνώμη» του είπε μέσα από τα δόντια και μπήκε στο μοναστήρι. Στην επιστροφή, τα άκουσε και από τη γιαγιά μου γιατί – φυσικά – είχε ξεχάσει το αλεύρι και γιατί τα παπούτσια είχαν διαλυθεί τελείως και ήταν ξυπόλυτος στο χιόνι.
Πέρασαν μερικοί μήνες. Από τους πιο οδυνηρούς στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Στο χωριό, από καιρό σε καιρό έκαναν την εμφάνισή τους αποσπάσματα παρακρατικών, άλλοτε στρατού και -πολύ πιο σπάνια- αριστερών ενόπλων (εποχή λίγο πριν τη συμφωνία της Βάρκιζας). Ουσιαστικά, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών περισσότερο. Κάποια μέρα, ο πατέρας μου βρήκε ένα πιστόλι παλιό, Browning όπως θυμάται, που το είχε ο παππούς Σωτήρης για ασφάλεια όταν πήγαινε στα δάση, μην τυχόν και του έκανε επίθεση καμιά αγέλη λύκων, που εκείνα τα χρόνια έκαναν τακτικές εμφανίσεις, παρασυρμένοι – ίσως – από τα δίποδα αρπακτικά με τις γκρίζες στολές και το έμβλημα με το εντελβαις στο καπέλο. Το μπραουνινγκ δεν πρέπει να είχε ρίξει ποτέ και ήταν σκουριασμένο. Το παίρνει μαζί του ο πατέρας μου και πάει για να το δείξει στους συνομήλικους του και στο δρόμο τον σταματά ένα απόσπασμα του στρατού, που είχε μαζέψει αρκετούς «υπόπτους» για συνεργασία με τους αριστερούς. Τους οδήγησαν όλους στην εκκλησία του χωριού – της Παναγίας – και άρχισαν την ανάκριση. Τι είναι αυτό το όπλο; Δεν δουλεύει, έτσι το είχα, μίλα ρε κωλοπαιδο, αλήθεια λέω. Πολύ σύντομα εμφανίστηκε ο παππούς που δήλωσε «κύριε υπολοχαγέ, δικό μου είναι, το έχω για εκφοβισμό και για το δάσος. Αν μου ορμήσουν λύκοι θα έρθετε εσείς;». Θες που το όπλο ήταν άχρηστο, θες που ο χαφιές του χωριού μάλλον τον είχε ανάγκη τον παππού μου, έκλεισε το μάτι στον έξαλλο αξιωματικό και ο πατέρας μου επέστρεψε στο πρόχειρο σπίτι και έφαγε το ξύλο του – σε δυο δόσεις. Τα άλλα παιδιά που έπιασαν τα άφησαν μετά από 5-6 ώρες, εκτός από έναν 18χρονο που βρήκαν πάνω του 2 σφαίρες (από γερμανικά όπλα που είχαν πάθει εμπλοκή κατά την περίοδο της καταστροφής του χωριού..) τον σάπισαν στο ξύλο και ακόμη και τώρα όταν τα θυμάται ο πατέρας μου βουρκώνει. Μου έχει πει κι άλλες ιστορίες, αλλά απόψε την τιμητική τους είχαν τα όπλα. Τα είπα όλα;


Όχι, φυσικά.
Ελπίζω να ειμαι περισσοτερο συνεπής αυτη τη φορά και η επόμενη ανάρτηση να μη χρειαστεί άλλους τόσους μήνες. Ετσι, αφήνω και κατι για "του χρόνου", ευχόμενος σε όλο τον κόσμο να έχει υγεία, παιδεία, υπομονή και μνήμη, ετσι ωστε η ζωή μας να μην γίνει ποτέ "ένα πιστόλι δρόμος"

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

26/4/11

Ο ΜΑΡΛΟΝ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΝΔΙΑΝΑ


Hey hey, my my
Rock and roll can never die
There's more to the picture
Than meets the eye

Θα έφτανε, αργά ή γρήγορα, η ώρα για το αφιέρωμα - το φτωχό, απ΄όποια πλευρά και να το εξετάσει κανείς- στον Neil Young.
Είχα την τύχη να μου τον γνωρίσει ένας από τους πιο αγαπημένους μου συμφοιτητές, μέσα από τα αυλάκια του "After the Goldrush" και στη συνέχεια του "Harvest". Ακολούθησαν, με τη σειρά αγοράς βινυλίων, εννοείται, τα Everybody Knows This is Nowhere, American Stars and Bars και Rust never Sleeps (1979). Ενδιάμεσα είχα πάρει και το Comes a Time, όλα αυτά στα φοιτητικά μου χρόνια!!
Ένα λεπτό! Το Rust never Sleeps δεν το αγόρασα παρα το 1985, σε κάποια έξοδο από τον Ασπρόπυργο, κάποιο απόγευμα στο 7+7 (το παλιό) στο Μοναστηράκι. Που ήταν τα προηγούμενα χρόνια? Καθήστε λίγο να θυμηθώ.
Έχουν περάσει και τόσα χρόνια, βλέπετε, και ο ρομαντικός 50αρης του 2011, δεν είναι ακριβώς ο φοιτητής του '80, όπως φαίνεται στη φωτό (δεξιά, ο μόνος χωρις μούσι!). Έτσι, η μνήμη συνηθίζει και παίζει περίεργα παιχνίδια. Ξεχνάς, θυμάσαι, ξαναξεχνάς, και ούτω καθεξής..
Είμαστε λοιπόν στο After the Goldrush και ακούμε το Southern Man και το πόδι καρφώνεται ρυθμικά στο πάτωμα με την τραγουδάρα, όταν ακούμε το Till the Morning Comes και νοσταλγούμε αυτό που δεν έχουμε ζήσει ακόμη, και μετά βάζουμε το Harvest και να η "καρδιά απο χρυσάφι" ή καλύτερα η "φλέβα χρυσού" ή όπως διάολο θέλει να το μεταφράσει ο καθένας, και να το Old Man και να το Needle and the Damage done και φτάνουμε στο Words που είναι το ιδανικό τραγούδι να τελειώνει η μέρα σου, όχι όμως και η ζωή σου, γιατι είναι κρίμα...
Kαι μετά, "παιδιά βρήκα το Everybody Knows This is Nowhere, εχει δυο απίστευτα τραγούδια", αλλά την ίδια εποχή που το έχω αγοράσει απο την εβδομάδα προσφορών στην Κέρκυρα, έχει βγεί η "Σκουριά που δεν κοιμάται" και όλα περνούν σε δευτερη μοίρα.
Και δώστου "Hey hey My My" με κάθε τρόπο, με το στερεοφωνικό, με την κιθάρα στην παρέα (την κιθάρα που ΔΕΝ επαιζα εγω, μια και ποτε μου δεν έμαθα να παίζω - πέρα απο φυσαρμόνικα - αλλά αυτό ειναι μια άλλη ιστορία) και ξανα και ξανα ... Rock n roll can never die και ξανα και ξανα..
Α! Και φυσικά ...
Look out, Mama,
there's a white boat
comin' up the river...
Ιστορίες...
ιστορίες με περιπλανώμενους, με ποτάμια, με αγάπες ανεκπλήρωτες, με αγάπες προδομένες, ιστορίες με υποσχέσεις, με φιλίες που χαθήκανε στο χάος που ονομάζουμε "ζωή" και κάπου εκεί, έρχεται ενα πρωί που σε ξαναβρίσκει ο Μαρλον Μπραντο με την Ποκαχόντας και σε τραβάνε απο το χέρι, να σε πάνε βόλτα, μυθικά πρόσωπα κι οι δυο πια.
Βόλτα σε μέρη που δεν έχεις ξαναπάει ή καλύτερα που ίσως έχεις φτάσει κοντά.



Pocahontas
Aurora borealis
The icy sky at night
Paddles cut the water
In a long and hurried flight
From the white man
To the fields of green
And the homeland
We've never seen.

They killed us in our tepee
And they cut our women down
They might have left some babies
Cryin' on the ground
But the firesticks
And the wagons come
And the night falls
On the setting sun.

They massacred the buffalo
Kitty corner from the bank
The taxis run across my feet
And my eyes have turned to blanks
In my little box
At the top of the stairs
With my Indian rug
And a pipe to share.

I wish a was a trapper
I would give thousand pelts
To sleep with Pocahontas
And find out how she felt
In the mornin'
On the fields of green
In the homeland
We've never seen.

And maybe Marlon Brando
Will be there by the fire
We'll sit and talk of Hollywood
And the good things there for hire
And the Astrodome
And the first tepee
Marlon Brando, Pocahontas and me
Marlon Brando, Pocahontas and me
Pocahontas.

Απο εκείνη, τη μαγική εποχή είναι και η παρακάτω φωτογραφία, μια μερική περιγραφή της οποίας έδωσα στην αρχή της ανάρτησης, έχοντας δικαίωμα να προσδιορίσω μόνο την αφεντιά μου.

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που μας έκανε έτσι ξαφνικά, να πάμε και οι τέσσερις και να μείνουμε για 2 μέρες στο σπίτι μου στην Κέρκυρα. Οι γονείς μου ακόμη τη θυμούνται αυτή τη φάση με νοσταλγία, παρότι είχαμε στριμωχτεί. Και ο αδερφός μου, μικρός 10 χρονών τότε, ακόμη τη θυμάται. Βόλτες, όπου μπορούσαμε να πάμε με το αυτοκίνητο, Πέλεκα, Μπενίτσες, Αχίλλειο, απλά πράγματα δηλαδή και μετά σπίτι - οχι φυσικά μπαράκια και τέτοια, δεν υπήρχε και χρήμα γι αυτά, αλλά γενικά μια τρελή παρέα. Ακόμη και στο ταξίδι της επιστροφής υπήρχε άφθονο γέλιο.... Περιαυτολογώντας, ήταν και η τελευταία φορά που εμφανίζομαι με πολύ μαλλί (ή με μαλλί γενικώς)
...
Καμιά φορά αναρωτιέμαι, για ποιο λόγο φέρνω τακτικά μεσα στο μυαλό μου αυτά τα πέντε φτωχα φοιτητικά χρόνια. Ίσως η απάντηση έχει να κάνει με την ποιότητα αυτών των ανθρώπων που έκανα τότε παρέα. Ίσως, για τα κοινά μουσικά γούστα και τις αλληλεπιδράσεις με όλα αυτά που μας άρεσαν τότε.. Ακόμη, γαμώ το και με τους ...City.. αλλά γι αυτούς έχουμε ήδη πει.
Πήγαινα στα Γιάννενα, και μετά, αφού πήρα πτυχίο. Πήγαινα για 1-2 μέρες, αλλά ήταν η παρέα τέτοια που δεν επέτρεπε τη νοσταλγική διάθεση, τουλάχιστο την έντονη. Άλλωστε, δεν είχαν περάσει δα και πολλά χρονια.
Απο το 2003 που ξεκίνησα ξανα τα παρε δωσε με το πανεπιστημιο, άρχισα να τα ξαναβλέπω με άλλο μάτι. Κάθε πέρασμα απο παλιά γειτονιά, απο στέκι, απο παλιό σπίτι, έγινε ενα μαρτύριο.
Δεν μπορώ να γράψω κατι άλλο, για το πως αισθάνομαι πια εκεί. Ίσως, είναι αυτό που μου είπαν οι καλοί μου φίλοι ο Γιώργος και η Δήμητρα, μόλις χτες: "Τα Γιάννενα που ζήσαμε δεν υπάρχουν πια, ειναι μια ΑΛΛΗ πόλη". Και πραγματικά, αυτό είναι.
Χωρίς τους ανθρώπους, οι πόλεις είναι τραγικά διαφορετικές.
Και μένει πια μια ανάμνηση, κάτι σαν παραμύθι, λες και δεν υπήρξε ποτέ, ούτε ο Μαρλον Μπράντο, ουτε η Ποκαχόντας, ουτε ο Νηλ Γιανγκ.
Ούτε τα Γιάννενα, ούτε οι τρελές φοιτητικές εκδρομές. Ούτε το σπίτι που έμενες, εκεί πίσω απο το γήπεδο ή πάνω στην πλατεία Ομήρου, ή οι συμφοιτητές σου εκεί πιο δίπλα. Ούτε το βδομαδιάτικο ματσάκι στο γιαννιώτικο σαλόνι, συνήθως μετα απο βραδινή φοιτητική έξοδο..
Ή μήπως δεν ήταν παραμύθι?
Στην επιστροφή, πέρασα απο τον Αρδα, θεωρώντας πως το ποτάμι θα ξέπλενε τη στενοχώρια μου αλλά η φωτογραφία απο εκεί μάλλον δεν βοηθάει να βγούν ασφαλη συμπεράσματα


Αφιερώνω την αποψινή ανάρτηση στον Γιωργο, τον Ηλία και στη μνημη του Γιάννη. Και φυσικά στις οικογένειές τους

31/12/10

ΧΡΥΣΑΦΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ


Σε μια από τις πρώτες αναρτήσεις αυτού του -όχι πια και τόσο συνεπούς- ιστολόγιου-, είχα αναφερθεί σε έναν από τους αγαπημένους μου δίσκους, το "Nothing Can Stop Us" (1982). Περισσότερο μια συλλογή από ΕΡ και 45αρια και μάλιστα με φαινομενικά ετερόκλητες διασκευές, το άλμπουμ αυτό του Robert Wyatt, είναι ταυτόχρονα σπουδαίο κομμάτι του παζλ για όποιον θελήσει να κάνει μια κατάδυση στο συναρπαστικό έργο του.
Σπουδαίο είπα, ε? Μάλλον απαραίτητο ίσως είναι η καλύτερη έκφραση. Απαραίτητο από πολλές απόψεις. Και τι δεν περνάει από μπροστά μας είτε ως εικόνες είτε ως ήχοι, αυτά τα -(στην ελληνική έκδοση) περίπου- 45 λεπτά! Μπαγκλαντες, Κούβα, Στάλινγκραντ, αμερικάνικος ρατσιστικός Νότος, λατινική Αμερική... Ένας μεγάλος μουσικός σε αναπηρικό καροτσάκι, να σου κάνει μαθήματα πραγματικού διεθνισμού, χωρίς συνθηματολογίες.
Ήταν τα πρώτα χρόνια της ελληνικής Virgin και το βινύλιο ήρθε σχεδόν αμέσως στα δισκάδικα, ακόμη και στην Κέρκυρα που ως μη φοιτητούπολη (τότε) εμφάνιζε δυσκολίες στην αναζήτηση τέτοιου είδους μουσικής.
Ανεπανάληπτες στιγμές χαράς! Παραμονή πρωτοχρονιάς του '82 προς '83..
Το σφραγισμένο πλαστικό κάλυμμα του άλμπουμ είχε ήδη καταλήξει σε ένα κάδο πριν καλά καλά φτάσω στο σπίτι. Ήθελα να δω αν υπάρχουν οι ..στίχοι. Δεν υπήρχαν φυσικά αλλά και δεν ...χρειαζόταν!!
Η αποψινή ανάρτηση, τελευταία της -αρκετά δύσκολης όπως αποδείχθηκε- φετινής χρονιάς είναι αφιερωμένη σε ένα από τα τραγούδια (βεβαίως διασκευή) του άλμπουμ αυτού, του Arauco της σπουδαίας Violetta Parra (1917-1967). Τραγούδι που γράφτηκε το 1962, αλλά τελικά βρήκε τη θέση του σε επίσημη κυκλοφορία μόλις το 1971, στο άλμπουμ της "Canciones Reencontradas en París", τέσσερα χρόνια μετά τον ανελέητα πρόωρο χαμό της. Σαφείς και ευθείες αναφορές σε κοινωνικούς αγώνες, σε δικαιώματα, σε θυσίες, χθεσινές, του σήμερα και του αύριο. Ένα απίστευτο ποίημα που η δημιουργός του το έντυσε με μια εξίσου απίστευτη μελωδία. Ή μήπως έγινε το αντίθετο? Ισπανοί κατακτητές με τη γεύση του ματωμένου χρυσού .. Ινδιάνοι αγωνιστές που η Παρα καλεί να σηκωθούν απο το χώμα.. Αιώνες αδικίας, μαθήματα ιστορίας και κοινωνικής πάλης, μέσα σε πάνω κάτω τρια λεπτά.




Arauco tiene una pena
Arauco tiene una pena
Que no la puedo callar,
Son injusticias de siglos
Que todos ven aplicar,
Nadie le ha puesto remedio
Pudiéndolo remediar.
Levántate, Huenchullán.

Un día llega de lejos
Huescufe conquistador,
Buscando montañas de oro,
Que el indio nunca buscó,
Al indio le basta el oro
Que le relumbra del sol.
Levántate, Curimón. .

Entonces corre la sangre,
No sabe el indio qué hacer,
Le van a quitar su tierra,
La tiene que defender,
El indio se cae muerto,
Y el afuerino de pie.
Levántate, Manquilef

Adónde se fue lautaro
Perdido en el cielo azul,
Y el alma de galvarino
Se la llevó el viento sur,
Por eso pasan llorando
Los cueros de su kultrún.
Levántate, pues, Callfull.

Del año mil cuatrocientos
Que el indio afligido está,
A la sombra de su ruca
Lo pueden ver lloriquear,
Totora de cinco siglos
Nunca se habrá de secar.
Levántate, Callupán.

Arauco tiene una pena
Más negra que su chamal,
Ya no son los españoles
Los que les hacen llorar,
Hoy son los propios chilenos
Los que les quitan su pan.
Levántate, Pailahuán.

Ya rugen las votaciones,
Se escuchan por no dejar,
Pero el quejido del indio
¿por qué no se escuchará?
Aunque resuene en la tumba
La voz de caupolicán,
Levántate, Huenchullán.


και μαζί κάποιες σκέψεις..

Τον περασμένο Νοέμβρη, βρέθηκα πάλι στο χωριό του πατέρα μου για λιγότερο απο μια ώρα, αυτή τη φορά μαζί με τον αδελφό μου, έτσι, για να βγάλουμε καμιά φωτογραφία να του δείξουμε. Αγαπημένο μέρος, ο χώρος μπροστά απο το σχολείο, σαν να λέμε, η αυλή του, μια και είναι μοιρασμένος νοητά με την εκκλησία. Το δημοτικό είναι γνωστό (και αυτό) σε όσους παρακολουθούν τούτο το ιστολόγιο. Αυτή τη φορά, δεν ήταν κάποια ξεχασμένη υδρόγειος που μου τράβηξε την προσοχή, αλλά μια μεγάλη χούφτα φύλλα, χρυσά φύλλα που είχαν πέσει απο τα δυο τεράστια πλατάνια.
Τι να πω?
Το πρώτο πράγμα που μου πέρασε απο το μυαλό ήταν ακριβώς αυτή η φράση που δανείστηκε τελικά ο τίτλος. Πέρασαν τα χρόνια -όλα- απο το 1982, όταν πρωτάκουσα αυτό το άλμπουμ, αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι. Όλα αυτά τα χρόνια, μέσα στα οποία από φοιτητής του φυσικού τμήματος μεταλλάχθηκα σε καθηγητή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και χάρηκα, φίλοι μου, πραγματικά χάρηκα, γιατί ξέρω πως έχω στα χέρια μου κάθε μέρα, χρόνια τώρα, χρυσάφι.
Όχι αυτό φυσικά που αναζητούσαν οι κονκισταδόρες στο τραγούδι της Violetta Parra, αλλά το γνήσιο, αυτό που διαμορφώνεται, αλλά δεν κοστολογείται, δεν αγοράζεται και δεν πωλείται. Τι άλλο να ζητήσει κανείς?

Αφιερωμένο στους μαθητές και στις μαθήτριες μου (πρώην - νυν και μέλλοντες)

και ...καλύτερη χρονιά σε όλους

8/9/10

ΗΒΑΝΣΤΟΝ, ΙΛΙΝΟ'Ι' (Evanston, Illinois) - ΔΙΚΑΙΑ, Εβρος



Φαίνεται πως με τα χρόνια αρχίζω (και 'γω) να αποκτώ ιδιοτροπίες. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτη η πολύ "επιφυλακτική" στάση που κρατώ απέναντι σε νέους καλλιτέχνες. Οχι οτι είμαι "πιουρίστας" - ίσα ισα, μ αρέσει να αναζητω συνεχως καινούργιους ήχους. Μάλιστα, μετά την εμπλοκή μου εδω και αρκετά χρόνια με το διαδίκτυο, οι πληροφορίες για όλων των ειδών τα ακροαματα έρχονται με τρομερούς ρυθμούς, κάτι που φυσικά δεν με ενοχλεί καθόλου. Το αντίθετο μάλιστα. Κάθε φορά που έρχομαι απέναντι σε κατι καινούργιο (έστω κι αν είναι είτε 400 ετών, είτε μερικών μηνών) που μου αρέσει, αισθάνομαι μια γνώριμη χαρά, αυτή της ανακάλυψης. Πολλά λέω όμως και ολη τούτη την ωρα περιαυτολογώ.
Η καινούργια χιλιετία, μέσα σε αυτα που έφερε, καλά ή κακά δεν είναι το θέμα μας, αναβίωσε 'η τουλάχιστον προσπάθησε να αναβιώσει ενα κλίμα πολύ κοντά σε αυτό που λέμε ψυχεδελική φολκ, εναλλακτική φολκ, καντρι φολκ, lo-fi φολκ κλπ. Δεν θα καθήσω απόψε να ασχοληθώ με ενα προς ενα τα πολύ ενδιαφέροντα αυτά είδη, όχι γιατι δεν μου αρέσουν - εντάξει, είμαι λιγο ιδιότροπος, αλλά όχι και τόσο!- αλλά γιατί θα είναι σαν να αδικώ τον καλλιτέχνη που είναι ο καλεσμένος της αποψινής ανάρτησης. Που δεν είναι άλλος απο τον
Sufjan Stevens
Μοναδική ευαισθησία, κοινωνικός πολυδιάστατος προβληματισμός, φοβερό μουσικό ένστικτο, οτι και να πει κανείς ειναι λίγο γι αυτόν τον σπουδαίο σύγχρονο τροβαδούρο.
Την εποχή που ξεκίνησε να δραστηριοποιείται και να φτάνει στο peak της -μέχρι τώρα- μουσικής του διαδρομής, δυστυχώς δεν είχα τον ελεύθερο χρόνο να ακούσω πιο προσεκτικά το έργο του, κάτι που τελικά έγινε πριν απο ενα δυο χρόνια (όχι ο ελευθερος χρόνος, αυτός εξακολουθέι να είναι δέσμιος του διδακτορικού μου, αλλά μην τα θέλουμε κι όλα..).
Προσωπική επιλογή, το υπέροχο Illinoisε (2005) και απο το οποίο επιλέγω το John Wayne Gacy, Jr., ενα συγκλονιστικό κομμάτι για τον ομώνυμο serial killer της δεκαετίας του '70



John Wayne Gacy, Jr.
His father was a drinker
And his mother cried in bed
Folding John Wayne's t-shirts
When the swingset hit his head
The neighbors they adored him
For his humor and his conversation
Look underneath the house there
Find the few living things, rotting fast, in their sleep
Oh, the dead

Twenty-seven people
Even more, they were boys
With their cars, summer jobs
Oh my God

Are you one of them?

He dressed up like a clown for them
With his face paint white and red
And on his best behavior
In a dark room on the bed
He kissed them all
He'd kill ten thousand people
With a sleight of his hand
Running far, running fast to the dead
He took off all their clothes for them
He put a cloth on their lips
Quiet hands, quiet kiss on the mouth

And in my best behavior I am really just like him Look beneath the floor boards For the secrets I have hid

Νομίζω πως -σχεδόν- κλείσαμε με το Ιλλινόι. Δεν ξεμπερδέψαμε βέβαια με το Ηβανστον.
Πως θα μπορούσα άλλωστε.
Βλέπετε, ο Σαφτζαν Στήβενς δεν θα μου ζητήσει ποτέ το λόγο γιατί δεν έγραψα παραπάνω πράγματα για το έργο του, για τις επιρροές του (που ξεκινούν απο Στραβίνσκι, περνούν σε Σοστακόβιτς, κάνουν στάση σε Φίλιπ Γκλας και μεταξύ των άλλων ξεγελούν τον Τέρι Ράιλυ - ΟΛΟΙ αγαπημένοι!). Δεν πρόκειται ποτέ -λέμε τώρα, γιατι καμια φορά δεν ξέρεις!!- να μου παραπονεθεί λέγοντάς μου οτι δεν έγραψα κάτι για τους φανταστικούς στίχους τους οποίους ντύνει με τη μουσική του (ή καλύτερα τις μουσικές του), την ίδια ώρα που αυτοί, οι στίχοι δηλ. γίνονται αντικείμενο μελέτης απο φοιτητπές του Χάρβαρντ (τουλάχιστον).
Όμως, το Ήβανστον..
Μια πόλη λίγο μικρότερη απο τα Γιάννενα (75000 κόσμο), που ψήφισε Ομπάμα (87% παρακαλώ..) του αμερικανικού βιομηχανικού (σχεδόν) βορρά, αν θέλουμε να το δούμε απο πλευράς γεωγραφίας. Ε και?
Καποτε λοιπόν, πριν απο πολλά χρόνια, μια -τότε- φίλη μου από κει, μου δήλωσε μεταξύ σοβαρού και αστείου και υπο υπόκρουση Pretzel Logic πως το Ηβανστον δεν είναι η "πολη του Ηβανς (Evans)" , αλλά κανονικά λέγεται Ηeavenston, κάτι που μ εκανε να ξεκαρδιστώ με την αφέλεια του μέσου αμερικανού/ίδας. Αλλά και κατι που όσο τρελό και αν ακούγεται ...υπάρχει στα όσα αναφέρει η wikipedia γι αυτη την αμερικάνικη μικρή πόλη.
Παραδεισούπολη (!) λοιπόν..
Φέτος το καλοκαίρι, μη έχοντας κανονίσει τίποτε για διακοπές (προσπαθούσα ο "έρμος" να μάθω μερικά βασικά πράγματα για ενα στατιστικό πρόγραμμα επεξεργασίας), αποφασίσαμε μαζί με τη σύζυγο να πάμε μια ολιγοήμερη εκδρομή κάπου που να μην εξαρτώμαστε απο πλοία. (Αρκεί το φερι Κερκυρα-Ηγουμενίτσα)
Ο "εύκολος" προορισμός έγινε αρχικά Ξάνθη (υπέροχη), μετά Κομοτηνή (πολύ ενδιαφέρουσα) και τέλος Αλεξανδρούπολη.. Ετσι, 2 μερες σε καθε μια. Φοβερά μέρη, ωραίες διαδρομές, ας πούμε ενα διάλλειμμα απο τη ρουτίνα.
Φτάνοντας στην Αλεξανδρούπολη (ψέμματα, ήδη απο την Ξάνθη), άρχισε μια ιδέα να ξεδιπλώνεται στο μυαλό μου: Να επισκεφτώ... έστω και καθυστερημένα, τον φίλο μου τον Γιάννη, να του αφήσω κάποια λουλούδια και -ίσως- να ανάψω και κάποιο καντήλι, που πιθανόν να είχε εκει κοντά.
Ειναι απερίγραπτο ενα τέτοιο ταξίδι, ανήμερα δεκαπενταύγουστο. Σε κάθε τοπίο ερχόταν οι αφηγήσεις του αδικοχαμένου μου συμφοιτητή, για τα χωράφια, για το τρακτέρ που όργωνε, για το Οπελ Ασκόνα του πατέρα του (τούχε σβήσει το 1.2 ο μπαγάσας ο Γιάννης και του είχε βάλει ταμπελίτσα 1.9 !!!) , τη μουσική που έβαζε στο χωριό τα καλοκαίρια, οι Τζεθρο Ταλ, οι Κινκς, ο Αλ Στιουαρτ... Λες και ο απέραντος κάμπος εκεί ψηλα στο τριεθνές, έφτιαχνε εικόνες και εφερνε ήχους που ξεπερνούσαν το θόρυβο της μηχανής και μεταλλάσσονταν σε ατέλειωτες φοιτητικές συζητήσεις για Σοφτ Μασιν, Βαν ντερ Γκραφ και Φλητγουντ Μακ. Για τη Μαρία, για τη Θένη, για την Άννα. Την Άννα... Για τον απειροστικό, τη μηχανική, τη στατιστική. Γέλια, φωνές, πλάκες...
Ήλιος και πολλή ζέστη. Kαι μια ατέλειωτη, βασανιστική ευθεία -μάρτυρας η φωτογραφία- λες και ο προορισμός έκανε αστεία.
Μια αίσθηση περίεργη, σαν να ταξιδευεις έξω απο αυτόν τον κόσμο.
Και, φαντάζομαι - είμαι δηλ σίγουρος- πως και η γυναίκα μου είχε καταλάβει τη συγκίνησή μου (είχε χάσει κι αυτή πριν απο μερικά χρόνια μια καλή της φίλη, έτσι τζάμπα, λες και οι καλοί άνθρωποι πρέπει να αφήνουν ενα μικρό στίγμα σ αυτό τον κόσμο, τόσο δα..)
Φτάσαμε στο χωριό. Για πάνω απο μια ωρα κάναμε γύρες μέσα στους τάφους.
Τίποτε. Ημουν σίγουρος όμως, έτσι μου είχαν πει οι συγκάτοικοί του και αδερφικοί μου φίλοι. Εκεί ήταν. Αλλά, που?
Απογοητεύτηκα. Ντράπηκα και ξεκίνησα να φύγω. Λίγο παραπέρα, δυο κυρίες γύρω στα 65 στον κήπο τους παρατηρούσαν ενα "ξένο" αυτοκίνητο, 3 η ωρα το μεσημερι να ερχεται απο το νεκροταφείο. "Τι θέλετε?"
"Ψάχνω να βρω... να, ο Αργυριάδης ο Γιάννης, ξέρετε.."
"Όχι, δεν ξέρουμε, τέτοιο όνομα εδω"....
Τάχασα.
Το μόνο που δεν σκέφτηκα ήταν πως, όπως γίνεται συνήθως, ο Γιαννάκης ήταν απο διπλανό, μικρότερο χωριό και έλεγε τα Δίκαια σαν χωριό του. Κεφαλοχώρι.. Είχαν και σταθμό τραίνου άλλωστε!!!
Λίγα χιλιόμετρα (ενα? δυο?) πιο πάνω ήταν... Πάλι μου την έσκασε. Αλλά θα ξαναπάω.. Τώρα που ξέρω και το δρόμο..

υγ: Κόσμος έρχεται και -δυστυχώς- κόσμος φευγει. Αφιερώνω την ανάρτηση αυτή στη μνήμη της Ρόης Λαμπρίδου (έστω και με καθυστέρηση) και του Νίκου Γαλατσάνου..

19/6/10

ΗΒΑΝΣΤΟΝ, ΙΛΙΝΟ'Ι' (Evanston, Illinois) - για τη ζωή



Τι "ζημιά" ήταν αυτή που είχε κάνει εκείνη η φοβερή και τρομερή λίστα του Αργύρη Ζήλου στον "Ήχο" στα τέλη της δεκαετίας του '70..
Και μια τρελή παρέα είχε βαλθεί να αποκτήσει όλα αυτά τα άλμπουμ, τα 50 καλύτερα του ροκ, σύμφωνα με τον κορυφαίο μουσικοκριτικό, τα 50 καλύτερα μέχρι εκείνη την εποχή, θα συμπλήρωνα εγώ και δεν νομίζω να διαφωνούσε ο Αργύρης.
Βέβαια, ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν όλα. Ήταν ακόμη μια εποχή πολύ δύσκολη στο να βρεις ότι δίσκο ήθελες. Καλά καλά δεν γνώριζες ονόματα, πέρα από αυτά που έγραφαν οι καλοί συντάκτες του Ήχου, της Μουσικής και του -τότε Ποπ και Ροκ. Έτσι, μια τέτοια λίστα ήταν κάτι σαν πυξίδα για όλους εμάς που είχαμε αποφασίσει -χωρίς να το ξέρουμε- πως η ζωή μας θα ήταν κατά κάποιο τρόπο "ταγμένη" στην αναζήτηση ήχων, ήχων και άλλων ήχων, με όλο το κόστος (και δεν αναφέρομαι φυσικά μόνο στο οικονομικό μέρος) που συνεπάγεται μια τέτοια αφιέρωση.
Ενα απο τα άλμπουμ που υπήρχε στη λίστα των "50 καλύτερων" ήταν και το Pretzel Logic των Νεουορκέζων Steely Dan (1974). Το όνομα λοιπόν αυτό, με την παρουσία του στη λίστα, με έσπρωξε να αγοράσω το καλοκαίρι του '80, το "Gaucho". Απογοητεύτηκα. Όχι πως δεν ήταν καλό, να εξηγούμαστε. Απλά, ήταν έξω απο τα νερά που κολυμπούσα τοτε.
Μυαλό δεν έβαλα - τι είδηση!- και μερικούς μήνες αργότερα, νάσου και το Can't buy a Thrill, το πρώτο τους.
Ωπ! Εδω τα πράγματα ήταν πολύ, μα πολύ καλύτερα.
Αρχές λοιπόν του καλοκαιριού του '82, δίνω μια δική μου λίστα με αναζητήσεις βινυλίων σε ενα φίλο - που με κοροιδευει απο ψηλά- και εκεί γύρω στον Ιούνιο, έρχεται το Λογικό κουλουράκι του εξαιρετικού δίδυμου των Fagen και Becker.
Μα... δεν υπήρχε ουτε ενα απλά καλό τραγούδι!
Αλλά...
Ενα Α Π Ι Σ Τ Ε Υ Τ Ο αριστούργημα, ενα μπουκέτο απο λουλούδια, μια βροχή απο συναισθήματα που ξεπηδούσαν απο τα αυλάκια του βινυλίου (εισαγωγής και εκπληκτικής εγγραφής, ακόμη και για το φτηνό μου τότε στερεοφωνικό)
Πόσες φορές έχει τύχει να ακόυσετε κάτι και να αισθανθείτε πως αγαπάτε ΟΛΟ τον κόσμο?
Δυσκολευομαι πραγματικά να βρω κάποιο τραγούδι να πρωτοδιαλέξω..



Pretzel Logic
I would love to tour the Southland
In a travelling minstrel show
Yes I'd love to tour the Southland
In a traveling minstrel show
Yes I'm dying to be a star and make them laugh
Sound just like a record on the phonograph
Those days are gone forever
Over a long time ago, oh yeah

I have never met Napoleon
But I plan to find the time
I have never met Napoleon
But I plan to find the time
'Cause he looks so fine upon that hill
They tell me he was lonely, he's lonely still
Those days are gone forever
Over a long time ago, oh yeah

I stepped up on the platform
The man gave me the news
He said, You must be joking son
Where did you get those shoes?
Where did you get those shoes?

Well, I've seen 'em on the TV, the movie show
They say the times are changing but I just don't know
These things are gone forever
Over a long time ago, oh yeah

Μα, δεν είναι δίκαιο.. Αμέσως μετά ακολουθεί το With a Gun, μετα το Charlie Freak...
Ή μήπως να πάμε στην πρώτη πλευρά?? Με το Rikki don't loose that number, για την Erica DeGre, το Barrytown...
To άλμπουμ γράφτηκε κατευθείαν σε μια Maxell, 90αρα και ήταν η συντροφιά μου στο παλιό Πεζώ 104 του πατέρα μου, για εκείνο το καλοκαίρι (μα και για πολλά ακόμη). Μουντιαλικό καλοκαίρι, στα γήπεδα της Ισπανίας, με Σουμάχερ, Πλατινί, Μπατιστόν και Αλτομπέλι.
Αλλά και ατέλειωτα υγρά μπάνια σε θάλασσες, σε παραλίες και αμμουδιές. Και φυσικά, αυθόρμητα η ερώτηση "Have you ever met Napoleon?"
Mια ερώτηση χωρίς την πιθανότητα σοβαρής απάντησης, απο την ίδια της τη φύση.
Και κάπου εκεί γύρω και το ...Evanston.
Που, φαινομενικά, δεν πολυκολλάει σε όλα αυτά. Ετσι δεν είναι?
Ε, δεν πειράζει, ας μείνει κάτι και για μένα..

(αφιερωμένο στον Ηρακλή, τον Ηλία, τον Σπύρο, τον Νίκο και φυσικά στη Mary, άσχετα αν δεν το διαβάσουν ποτέ)

Στο επόμενο: ΗΒΑΝΣΤΟΝ, ΙΛΙΝΟ'Ι' (Evanston, Illinois) - για το θάνατο

21/5/10

Ο ΣΑΙΞΠΗΡ, Ο ΜΠΕΡΝΟΥΛΙ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΕΣ ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ




Είχα ήδη ολοκληρώσει την φοιτητική μου περιπέτεια, όταν - εβδομάδες πριν ξεκινήσω την αμέσως επόμενη, την στρατιωτική- έπεσε στα χέρια μου (εννοώ δηλαδή πως το αγόρασα..) το άλμπουμ των This Mortal Coil "It 'll End in Tears" (1984). Αποκτήθηκε την ίδια μέρα με ένα άλλο αγαπημένο άλμπουμ, των Dead Can Dance, λες και κάποια μυστηριώδης οντότητα ήθελε να με στενοχωρήσει εν όψει της παρατεταμένης - όπως λανθασμένα πίστευα- αποχής μου από τις πολύωρες ακροάσεις λόγω της στρατιωτικής θητείας.
(Ανοίγω μια μικρή παρένθεση εδώ, μια και εκείνη την τρομερή περίοδο 1984-86, όχι απλά δεν σταμάτησα την αγορά βινυλίων, αλλά -εξ αιτίας της διετούς παραμονής μου στην Αττική γη- του έδωσα που λέμε και κατάλαβε. Είτε στο Βασιλακα, ειτε στο τζαζ-ροκ, είτε αλλού, όλα σχεδόν τα λεφτά των συντηρήσεων μετατρέπονταν σε δίσκους/δευτερο χέρι... μα τα εχω ξαναπει αυτά)
Φοβερή κολεκτίβα - όπως πίστευα στην αρχή - ίσως όμως "απλώς" ένα υπερ-σχήμα κάτω απο την εποπτεία του Ivo Watts-Russell της 4AD, σε εκείνο το άλμπουμ έδινε μια άλλη διάσταση σε τραγούδια που ήδη είχαν γράψει τη δική τους ιστορία και διαδρομή, αλλά στην πλειοψηφία τους είχαν μείνει άγνωστα για το λεγόμενο "ευρύ κοινό", βάζω και την αφεντιά μου σε αυτό.
Συγκλονιστικά τραγούδια, όπως το Song to the Siren (του Tim Buckley, απο τις πρώτες αναρτήσεις μου εδώ σε αυτό το μπλογκ, χωρίς όμως πολλές ιστορίες) ή το Another Day (του Roy Harper, και αυτό έχει τη δική του παρουσία εδώ), αλλά και άλλα, του Chilton, Colin Newman (ναι, δεν έχω κάνει ακόμη αφιέρωση στους Wire, το ξέρω..), μα και δικά τους, της υπερ-παρέας...
Τα δυο τραγούδια που χρωμάτισα, ήταν και αυτά που "καταδίκασαν" το βινύλιο πολύ σύντομα σε μερικές γρατσουνίτσες, μια και ακούγονταν περισσότερο απο τα άλλα, κάτι απόλυτα λογικό (ετσι δεν είναι?)
Φυσικά, κάθε κυκλοφορία των TMC ήταν "είδηση" για τα αυτιά μου - και όχι μόνο. Ακολούθησαν άλλα δυο απίστευτα άλμπουμ και η παρέα σταμάτησε το σχήμα αυτό. Εγινε μια προσπάθεια ακόμη, εκει στα μέσα των '90s, με άλλο όνομα (Hope Blister), αλλά τιποτε το ιδιαίτερο.



και



Δεν χρειάζεται να γράψω ΤΙ σημαίνουν αυτά τα δυο τραγούδια για μένα, και ακόμη περισσότερο ΤΙ σημαίνουν αυτά τα τρια αλμπουμ των TMC, όταν έχουν σηματοδοτήσει μια φοβερή και τρομερή δεκαετία που την συναισθηματική αξία της δεν έχω ακόμη προσδιορίσει ακριβώς. Ξέρω το μέγεθός της, αλλά δεν έχω καθορίσει το σχήμα της, σαν ένα τροχιακό που ενω γνωρίζω τον κύριο κβαντικό του αριθμό, αγνοώ τον αζιμουθιακό.
Αλλά... ωπ! Ενα λεπτό!
Κατι για Μπερνούλι λέει ο τιτλος. Τι δουλειά έχει η κβαντική εδω? Για να συμμαζευτούμε λίγο! Και Σαίξπηρ!
Σαίξπηρ???? Ε, καλά τώρα! Είπα να σχεδιάσω ενα σύνθετο τίτλο, ετσι για εφε (αν και το γκρουπ πήρε το όνομά του απο μια φράση απο τον Αμλετ του μεγάλου άγγλου συγγραφέα..)
Εκεί λοιπόν στα τέλη της δεκαετίας του '80, με τις πολλές αλλαγές, είχα αρχισει για βιοποριστικούς λόγους - και δεν είναι ντροπή να το λέω - να κάνω κάποια μαθήματα (φυσικη/χημεία). Δύσκολη εποχή, δεν ήμουν κάποιο όνομα, τα παιδιά που βοηθούσα ήταν κατα κανόνα της γειτονιάς μου και τα χρήματα πολύ λίγα. Δεν με ένοιαζε όμως. Ειδικά, οταν ακουγα ωραίες ιστορίες, όπως π.χ. γιατί "βάφτισε" ο καλός μου φίλος/μαθητής Λούκας (που ασχολούνταν απο τοτε με τη μουσική) τη γάτα του Μπερνούλι, ή πως μπέρδεψε κάποιος την ιστορία με τα ημισφαίρια του Μαγδεμβούργου...
Και έρχεται μετά απο 20 τόσα χρόνια και μου τα θυμίζει χτες μέσω facebook αυτά ο Λούκας και μάλιστα μου λέει και για την κασετα που του έγραψα τότε και είχε και αυτό το τραγούδι (Song to the Siren) μέσα...
Εσείς στη θέση μου δεν θα του αφιερώνατε αυτό το τραγούδι?


Το Another Day, φυσικά και εγωιστικά, το κρατάω για μένα....

16/4/10

ΟΝΕΙΡΑ ΜΕ ΕΡΠΕΤΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΥ




υπάρχουν ανθρωποι που αγωνίζονται για μια μέρα
και είναι καλοί
υπάρχουν ανθρωποι που αγωνίζονται για ενα χρόνο
και είναι καλύτεροι
υπάρχουν κι αλλοι που αγωνίζονται για πολλά χρόνια
και είναι ακόμη πιο καλοί

Μα, υπάρχουν κι αυτοί που αγωνίζονται όλη τους τη ζωή
αυτοί είναι οι απαραίτητοι
(Μπ. Μπρεχτ)

Θα πρέπει να ήταν 1982. Αρχές του καλοκαιριού. Ειλικρινά δεν θυμάμαι αν είχαμε τελειώσει με την εξεταστική του Ιουνίου ή αν τότε θα ξεκιναγε. Πιθανόν να ήταν και μέσα στην εξεταστική, κάποιο τριήμερο. Ότι και ναταν όμως, ήταν απο αυτά τα ωραία πράγματα που σε γεμίζουν εμπειρίες, όχι λόγω κάποιου "κοσμοιστορικού γεγονότος" ή ακόμη περισσότερο λόγω κάποιου μετα-ανοιξιάτικου φλερτ. Φλερτ.. Να, ξέρετε, αυτά τα φλερτ που συνοψίζονται σε ενα δυο βλέμματα, ενα ζευγάρι μάτια, κάποια αθλητικά παπούτσια ίσως ή ενα μπλουζάκι απλο λιτό, κοριτσίστικο. Μην ξεχνάμε, είμαστε στις αρχές του 80, δεν υπάρχουν στον κόσμο μου ακριβά και λούσα και αυτό το περιβάλλον με μαγευει ακόμη και -δεν το κρύβω- μου λείπει όταν πηγαίνω τώρα πια στα Γιάννενα. Για να γίνω και πιο πειστικός σε αυτά που λέω, δηλώνω ρητά πως πικραινομαι πια όποτε πηγαίνω εκεί, μια και αισθάνομαι παντελώς .."ξένος". Χωρίς εκείνους τους φίλους διπλα, χωρίς εκείνη την συναρπαστική ρουτίνα της συνεχούς ανακάλυψης. Εντάξει, και τώρα έχω αυτό το χόμπι, αλλά, να, το τότε με τα μάτια του σήμερα είναι απόλυτα μαγικό και νοσταλγικό.
Είναι αργά το απόγευμα λοιπόν, σχεδόν βράδι και γίνονται κάποιες πολιτιστικές εκδηλώσεις στο Κάστρο της πόλης, κάτι σαν φεστιβάλ. Α! Νά το! Ήταν η γιορτή κάποιας νεολαίας, αλλά τελείως "φρι" κατάσταση, πρέπει να ήταν και κάποιος πολιτιστικός σύλλογος μαζί. Από δημοτικά και χορούς, μέχρι Παπάζογλου (θα είπε τον "υδροχόο" 3-4 φορές - πριν καν κυκλοφορήσει σε δίσκο - και το ψάχναμε οι άρρωστοι), ροκ συγκροτήματα γιαννιώτικα και τζαζ... Φρι τζαζ. Ελληνικά γκρουπ, θυμάμαι ενα τρομπονίστα, καλοντυμένο, που μετά από 5 λεπτά είχε το πουκάμισό του απ έξω, κτυπιότανε ολόκληρος και μια απίστευτη ενέργεια να βγαίνει επι μια ώρα. Και μετά, κάποιοι συμφοιτητές με ένα ακουστικό σχήμα και ξανά δημοτικά.
Δεν είχε -φυσικά- είσοδο όλη αυτή η γιορτή, ξεκινούσε απόγευμα και τέλειωνε βράδι, αργά - είπαμε στο κάστρο, πριν αναβαθμιστεί ο χωρος των νυν μουσείων. Και ανάλογα με τους φίλους, την παρέα, ξαναπήγαινες στην πόλη, ξαναρχόσουν και αισθανόσουν πως ο κόσμος είχε αλλάξει διαστάσεις. Λες και είχε μικρύνει για να μπορείς να κινείσαι μέσα στα όνειρά σου. Ή από την άλλη, αυτός ο μικρούλης χώρος του κάστρου, είχε γίνει τεράστιος, όλος ο κόσμος.. Και κάπου να λες, "μα που ήταν πριν? κάπου εδώ? για κάτσε, εκείνο το κίτρινο μπλουζάκι? ..όχι", μα μετά ξανά οι ήχοι να σε τραβάνε από το μπράτσο και να σου δίνουν άλλους δρόμους. Και ξανά πάλι, "α εκ ει!", έτσι, για να υπάρχει κι ένα παραπάνω νόημα σε εκείνη την -το ξανάπαμε- ασαφή χωροχρονικά ζωή.
Μέσα σε αυτό το πανηγύρι, κάποιοι πουλούσαν κασέτες. Γνωστά ονόματα, κυρίως αντιγραμμένες, όλα αυτά που ακούγονταν τότε. Και Doors και Fleetwood Mac και Εκδίκηση της Γυφτιάς και Λοίζο και Αλεξίου, έλα τώρα, ξέρετε..
Και κάποια βινύλια, δεύτερο χέρι (?). Δεν αγόρασα μια και δεν το επέτρεπε -κυρίως- η οικονομία που προς το καλοκαίρι ήθελα να κάνω, αλλά να μην κρύβομαι, δεν ήξερα και την κατάσταση των δίσκων Και δω που τα λέμε, σε βραδινές αγορές σε υπαίθριο χώρο, ε! δεν το ρισκάρεις. Ξέρεις πόσες γρατσουνιές μπορεί νάχε?
Και κάποια ονόματα, δεν τα ηξερα! Κι αν έβγαινε "πατάτα"?
Θυμομουν πάντως, καθαρά ενα εξώφυλλο - μόνο το εξώφυλλο. Μου είχε φανεί ψυχεδελικό, αλλά τίποτε άλλο.
Πριν απο εννια χρόνια, το 2001, ξεφύλλιζα το Τζαζ κ Τζαζ, και σε μια στήλη που ασχολείται με "χαμένα αριστουργήματα" (δεν λέγεται έτσι, αλλά ετσι ειναι!) εμφανίζεται πανηγυρικά το ...εξώφυλλο. Ναι, του 1982!
Με το κανάλι επικοινωνίας που είχα ανοίξει τότε με ένα εξαιρετικό βιβλιοπωλειο/δισκάδικο στο Σαν Σεμπαστιάν, βρίσκω το cd (πλέον), πάμφθηνο, μαζι με 4-5 ακόμη άλμπουμ βασκικού προγκρέσιβ (πρέπει να τα ακουσει κανείς για να καταλάβει τι απίστευτα πράγματα παίζουν εκεί) και νάσου, ο κύριος Silvio Rodriguez με το υπέροχο άλμπουμ Mujeres, μου ξαναφέρνουν στην ψυχή όλα αυτά που έζησα εκείνες τις μέρες. Αυτά τα συγκλονιστικά μικρά και μεγάλα, τα σχεδόν τιποτε. Ξαναπαρελάσανε φίλοι, γνωστοί, άσπρα φτηνα αθλητικά παπούτσια, μεχρι που σχεδόν φοβήθηκα να κοιτάξω προς την πόρτα, μην τυχόν δω και κανα βλέμμα που έχω πια ξεχάσει...
Το τραγούδι του Rodriguez που διάλεξα να βάλω απόψε, δεν είναι απο το Mujeres. Είναι το "Sueño con serpientes" απο το Dias y Flores (1974)

Ξεκινάει με το ποίημα του Μπρεχτ που έγραψα πιο πάνω. Και συνεχίζει..



Sueño con serpientes
Sueño con serpientes,
con serpientes de mar,
con cierto mar Ay!
de serpientes, sueño yo.

Largas, transparentes y en sus barrigas llevan
lo que puedan arrebatarle al amor.

¡Oh!
La mato y aparece otra mayor
¡Oh! con mucho más infierno en digestión.

No quepo en su boca me trata de tragar
pero se atora con un trébol de mi sien
creo que está loca le doy de masticar una paloma
y la enveneno de mi bien.

¡Oh! La mato...

Esta al fin me engulle
y mientras por su estomago paseo
voy pensando en que vendrá
pero se destruye
cuando llego a su estomago
y planteo con un verso una verdad.

¡Oh!
La mato y aparece una mayor
¡Oh!
con mucho mas infierno
en digestión.
La mato y aparece una mayor
¡Oooooooh!

Βλέπω στο όνειρό μου ερπετά,
ερπετά της θάλασσας
Ναι, ονειρευομαι μια θάλασσα με ερπετά
Μακριά, διαφανή και στις κοιλιές τους κουβαλούν
όλα αυτά που μπορούν να κλέψουν απο την αγάπη
Σκοτώνω ενα, κι ενα μεγαλύτερο εμφανίζεται
με πιο πολλή κόλαση να καίει μέσα του
Δεν χωράω στο στόμα του, προσπαθεί να με καταπιεί,
μα πνιγεται απο το κεφάλι μου
Νομιζω, είναι τρελό. Του δίνω ενα περιστέρι να μασήσει
και με την καλωσύνη μου δηλητηριάζεται
Να, τελικά με καταπίνει και καθώς
περνω απο τον οισοφάγο του
σκέφτομαι τι θα γίνει
Μα καταστρέφεται καθως φτάνω στο στομάχι του
καθώς απαγγέλλω ενα στίχο , μια αλήθεια

(σε μια πολύ "χαλαρή" μετάφραση)


Βέβαια..
Ο αιώνιος αγώνας για τη ζωή.

(Θεωρώ πως "αδίκησα" τον μεγάλο Silvio Rodriguez, μια και θα πρεπε να γράψω πολλά, πραγματικά πολλά γι αυτόν τον σπουδαίο Κουβανό συνθέτη. Όμως, πιστέψτε με, όσοι αναζητήσουν τη μουσική του και την προσωπικότητά του, θα βρεθούν μπροστά σε ευχάριστες εκπλήξεις.
Α! Και δεν χρειάζεται να ανησυχείτε για τις γρατσουνιές)
 

Free Blog Counter
Poker Blog